Black_Pyramid_by_gsemkow

Η Μαύρη Πυραμίδα

Ξύπνα, ήταν η πρώτη φωνή που άκουσε ο Άμος εκείνη τη μέρα. Μόλις είχε ξημερώσει και η πανέμορφη γυναίκα με τα γάλανα μάτια στεκόταν από πάνω του κρατώντας ένα περιδέραιο στο χέρι της. Δεν ήξερε ποια ήταν, ούτε και τι έκανε εκεί. Ήταν χαμένος στο πόσο πολύ έμοιαζαν τα μάτια της με τον ουρανό, σε σημείο που απορούσε αν κοιμόταν ακόμη. «Όλοι οι υπόλοιποι έχουν σηκωθεί, αποκρίθηκε αυτή, είναι ήδη αργά» και αυτό επανάφερε τη σκέψη του στη θέση της. Δεν μπορούσε για πολύ να συλλογίζεται την ομορφιά της, είχε μια αποστολή να τελειώσει. Σηκώθηκε γρήγορα, ντύθηκε και φόρεσε το χρυσό σπαθί του, κληροδότημα της οικογένειας του για χρόνια. Τρέχοντας ακολούθησε το πλήθος των πολεμιστών που είχε ήδη ξεκινήσει το ταξίδι του προλαβαίνοντας το νεαρό που βρισκόταν στο τέλος του. Ο νέος ονομαζόταν Αβραάμ, θρυλικό όνομα στον τόπο τους, αν και ο ίδιος δε θύμιζε τίποτα θρυλικό. Είχαν μιλήσει κάποιες νύχτες πριν για τις ζωές τους. Προερχόταν από φτωχή οικογένεια που ζούσε στις φτωχογειτονιές της Ιερουσαλήμ οι οποίες είχαν πληγεί περισσότερο από τους συνεχούς πολέμους των σταυροφοριών. Κατατάχθηκε στο Τάγμα για να μαζέψει χρήματα για την οικογένεια του, που και αυτός απορούσε πως καταφέρνουν ακόμα να επιζούν. Σκεφτόταν πόσο διαφορετικές ήταν οι ζωές τους. Αυτός ένας πλούσιος γόης της υψηλής κοινωνίας της Ιερουσαλήμ, ο οποίος ικανοποιεί την επιθυμία του για δράση ποτέ δε θα μπορούσε να καταλάβει τον Αβραάμ. Κι όμως τα πηγαίναν αρκετά καλά γιατί στο Πορφυρό Τάγμα δεν υπάρχουν τίτλοι ευγενείας. Όλοι είναι ίσοι, μισθοφόροι, κυνηγοί των μυστηρίων του κόσμου. «Φανταστικό ε?», μίλησε με έναν τόνο αμέτρητης χαράς, που φάνηκε να παραξενεύει τον μικρό. «Φανταστικό το ότι μπορεί να πεθάνουμε? Ποιος ξέρει τι μπορεί να κρύβεται σε μια πυραμίδα η οποία δε γνωρίζουμε ούτε καν ποιου πολιτισμού είναι?» «Ανησυχείς για βαρβάρους μικρέ?» Τον πείραξε με ένα σκούντημα στην πλάτη ο Άμος. «Απλά έχω ένα πολύ κακό προαίσθημα αυτή την φορά», απάντησε ελαφρά αναστατωμένος. «Θυμήσου γιατί είσαι εδώ. Με τα χρήματα από αυτή την αποστολή θα κάνεις πολύ χαρούμενη τη μικρή αδερφή σου.» Ο Αβραάμ χαμογέλασε. Στο τάγμα έχουν δει πολλά αλλά ακόμα και τώρα ο Άμος δεν είναι άνθρωπος των προλήψεων. Είναι πραγματιστής. Κάποιος που σίγουρα θα ήθελες να σου εκπληρώσει μια σημαντική δουλειά. Ένα άτομο που εμπνέει εμπιστοσύνη. Βοηθούσε βέβαια και σε αυτό το στιβαρό κορμί του και τα βαθιά πράσινα μάτια που σε συνδυασμό με το μακρύ μαύρο μαλλί του σου έβγαζαν μία αγριότητα αλλά και μια σιγουριά συνάμα. Ωστόσο και αυτός ήταν αρκετά προβληματισμένος. Ποια ήταν αυτή η γυναίκα το πρωί? Και πως και δεν την είχε ξαναδεί ποτέ του? Μήνες ταξιδεύουν όλοι μαζί…Μπορεί να ήταν κάποια πόρνη που κάποιος έφερε μαζί του από την προηγούμενη πόλη. Αλλά και πάλι δύο μέρες χωρίς να την αντιληφθεί? Άλλαξε αμέσως σκέψη. Ο στόχος του ήταν η πυραμίδα και δεν έπρεπε να αποκλίνει από αυτόν.
      Προχώρησαν κι άλλο μέσα στην έρημο. Αυτό που φόβιζε τους περισσότερους ήταν αυτή ακριβώς η έρημος. Έκτος του ότι η περιοχή δεν δικαιολογούσε εμφάνιση ερήμου, επρόκειτο για μία έρημο δέκα φορές πιο άγρια από την έρημο της Αιγύπτου. Μικρά βουναλάκια άμμου υψώνονταν εδώ κι εκεί, και δυνατός άνεμος σε συνδυασμό με τον ήλιο και την άμμο που έκαιγαν, τους τύφλωνε τα μάτια. Σκαρφάλωσαν ένα μεγάλο όγκο άμμου και από την κορυφή του την είδαν. Την Μαύρη Πυραμίδα, όπως την ονόμασαν, από το χρώμα της πέτρας από την οποία ήταν φτιαγμένη. Έστεκε ψηλή επιβλητική στη μέση της ερήμου. Πράγματι ίσως είναι το μοναδικό τέτοιο κτίσμα που υπάρχει στον κόσμο. Κάνεις γνωστός πολιτισμός δεν είχε χρησιμοποιήσει τέτοια πέτρα. Κάτι κρύβεται εδώ και η καρδιά του Άμος αναθάρρησε.
      Τους πήρε μισή ώρα να φτάσουν, καθώς ο αέρας εμπόδιζε το κάθε βήμα τους στην κατάβαση. Τελικά η πυραμίδα ήταν πολύ μεγαλύτερη απ’ ότι φαινόταν από ψηλά. Έμοιαζε με θεόρατο βουνό που κοιτούσε την άγρια έρημο όπως ο αρχηγός παρατηρεί τους μελλοθάνατους στρατιώτες του από το λόφο στη μάχη. Η είσοδος είχε τουλάχιστον τέσσερα μέτρα ύψος και παρόλη την έκπληξή τους καμία πόρτα δεν εμπόδιζε την είσοδο τους. Όμως μόνο εύκολο δεν ήταν να κάνουν το πρώτο βήμα. Η ατμόσφαιρα στην είσοδο ήταν βαριά. Η άσχημη αύρα που εξέπεμπε αυτός ο μαύρος γίγαντας της ερήμου φόβιζε το τάγμα. Τελικά ο αρχηγός έκανε το πρώτο βήμα και από πίσω του ακολούθησε ο Άμος με την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή. Μπήκαν μέσα και άναψαν τις δάδες. Ένας μεγάλος στρογγυλός χώρος απλωνόταν μπροστά τους που έσπαγε σε τρία μονοπάτια. Χωρίστηκαν σε 3 ομάδες και η καθεμία πήρε το δρόμο της.
      Η ομάδα του Άμος αποτελούταν επίσης από τον Αβραάμ και από δύο μεγαλύτερης ηλικίας άντρες που λογικά θα είναι από τις τελευταίες αποστολές τους. Προχωρούσαν για αρκετή ώρα σε ένα μονοπάτι σχετικά στενό με πολλές στροφές. Λαβύρινθος, είπε ο Αβραάμ αλλά η φωνή του χάθηκε στην απεραντοσύνη αυτού που αντίκρυσαν. Μία γιγαντιαία θολωτή αίθουσα, το κέντρο της πυραμίδας, με ένα μικρό φαινομενικά άνοιγμα στην οροφή να φέρνει μέσα το φως της ημέρας το οποίο με τη σειρά του αντικατοπτριζόταν στη μικρή λίμνη στο κέντρο της αίθουσας. Δεν μπορούσαν να δουν καλά το φως γιατί τα μάτια τους είχα συνηθίσει πλέον το σκοτάδι. Τότε συνέβη μία σειρά από γεγονότα τα οποία ο Άμος τα έζησε σε μεγαλύτερη διάρκεια από την πραγματική τους. Αρχικά ένας σύντροφος ήρθε προς το μέρος τους γεμάτος με αίματα φωνάζοντας βοήθεια, έπειτα ένας δυνατός κρότος και πέτρες να πέφτουν και στο τέλος το είδαν. Είδαν αυτό που δεν έπρεπε ποτέ να είχαν καν σκεφτεί. Ένα πλάσμα μαύρο, μοχθηρό. Στεκόταν στα δύο πόδια σαν άνθρωπος άλλα ήταν διπλάσιο στο μέγεθος με γαμψά νύχια στα άκρα του. Το κεφάλι του δεν φαινόταν καλά, αλλά στον Άμος φάνηκε να μοιάζει με κεφάλι ανθρώπου αλλά τα προεξέχοντα σαγόνια του άλλαξαν αμέσως τη γνώμη. Τον έπνιξε ο φόβος μόλις είδε τους δύο Πορφυρούς μπροστά του να χάνουν τα κεφάλια τους από το κόψιμο των νυχιών του τέρατος. Αν αυτό δεν είναι δαίμονας, τι είναι? . Άρπαξε το χέρι του Αβραάμ και άρχισε να τρέχει. Να τρέχει χωρίς να σκέφτεται. Απλά να τρέχει. Η σωτηρία τους βασιζόταν πάνω του καθώς ο μικρός τα είχε χαμένα. Βρήκε το μονοπάτι που είχαν ακολουθήσει και έσπρωξε τον Αβραάμ μέσα. Τρέξε! Τρέξε!, του φώναξε. Ο μικρός ξεπέρασε το σοκ και έγνεψε καταφατικά. Χάθηκε μέσα στο τούνελ αλλά ο ίδιος δεν ήταν τόσο τυχερός. Ο δαίμονας τον πρόλαβε και του έκλεισε το δρόμο, αναγκάζοντάς τον να γυρίσει πίσω προς το κέντρο της αίθουσας. Κρύφτηκε πίσω από ένα πεσμένο ογκόλιθο δίπλα από τη λίμνη για να πάρει μια ανάσα αλλά ήξερε ότι σε μερικά δευτερόλεπτα θα είναι νεκρός. Ανέπνευσε βαθιά και προσπάθησε να ηρεμήσει. Και τότε κατάλαβε. Κατάλαβε γιατί τους κυνηγούσε με μανία το κτήνος και γιατί άφησε τον Αβραάμ. Αυτόν ήθελε ή πιο συγκεκριμένα αυτό. Το σπαθί του έλαμπε και το χρυσό του φως είχε λούσει την αίθουσα, αλλά πάνω στον φόβο του δεν το είχε αντιληφθεί. Τότε θυμήθηκε τον πατέρα του που όταν ήταν μικρός του μιλούσε για ένα μύθο γύρω από το σπαθί. Ο μύθος έλεγε πως το σπαθί αυτό ανήκε στον Γκίλγκαμες, τον άρχοντα της Μεσοποταμίας, τον Βασιλιά των Βασιλέων και αυτό τον βοήθησε να κατακτήσει όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Σύμφωνα πάλι με ένα άλλο μύθο για να το κάνει αυτό ο Γκίλγκαμες είχε δαμάσει την πεμπτουσία, το πέμπτο στοιχείο της φύσης, την πύλη προς τη μαγεία και πως το σπαθί αυτό είχε μία δύναμη πέρα από αυτόν τον κόσμο. Γιατί όχι? Σκέφτηκε. Τα πάντα έχει δει. Θα στοιχημάτιζε την ήδη ίσως χαμένη ζωή του σε έναν μύθο. Άκουσε το δαίμονα να γρυλίζει και να έρχεται με λύσσα προς το μέρος του. Γύρισε μπήγοντας το χρυσό σπαθί μέσα στα μαύρα απόκοσμα σπλάχνα του. Το τέρας είχε γραπωθεί από τα πλευρά του και με μια κίνηση τα έκοψε πετώντας τον μακριά και το σπαθί μέσα στη λίμνη. Το έβλεπε να σφαδάζει, να πονάει να καίγεται, αλλά βαθιά μέσα του ήξερε ότι δεν το είχε σκοτώσει. Με ένα τελευταίο γρύλισμα το τέρας εξαφανίστηκε στο μαύρο του λαβύρινθου για να γιατρευτεί και ο Άμος έμεινε εκεί μόνος του με κομματιασμένα πλευρά να πεθαίνει σιγά και επώδυνα.
Κι όμως δεν ήταν μόνος του. Την είδε ξανά, τη γυναίκα με τα γαλανά μάτια να έρχεται προς το πλευρό του. Στάθηκε δίπλα του και του κράτησε το χέρι. «Ποια είσαι?» τη ρώτησε με τρεμάμενη από τον πόνο φωνή. «Το όνομα μου είναι Ίσα. Κάποια που δεν ξέρεις και που δε θα γνωρίσεις ποτέ. Είμαι εδώ για να σου πω, πως εκπλήρωσες την αποστολή σου. Αυτό που έκανες εδώ…..» «Θα μείνεις μαζί μου?» την έκοψε. «Μέχρι το τέλος.» Του απάντησε με ήρεμη γλυκιά φωνή και ένα λαμπερό χαμόγελο. Και ο Άμος έσβησε εκεί ακριβώς όπως ξύπνησε το ίδιο πρωί. Κοιτώντας αυτό τον άγγελο στα μάτια και κρατώντας της το χέρι.  Έρικ! Έρικ! Γρήγορα χάνει αίμα! Έρικ!
Φωνές, φασαρία μία θολούρα. Οργή, μεγάλη οργή. Κοίταξε δίπλα του και είδε κόκκινες σκηνές. Η βάση του τάγματος. Ίσα…ψιθύρισε.
«Εδώ είμαι. Όλα καλά. Πέτυχε η ύπνωση. Μάθαμε που είναι η Μαύρη Πυραμίδα και πως θα νικήσουμε το δαίμονα.» Το χρυσό σπαθί έπεσε στη λίμνη τα είδα όλα. Απάντησε αγχωτικά η Ίσα κοιτώντας τον καθησυχαστικά. Είχε ξυπνήσει, είχε γυρίσει πάλι στον εικοστό πρώτο αιώνα. Τέλος. Όλα ήταν καλά. Εκτός από αυτόν τον πόνο στα πλευρά του. Αίμα, πολύ αίμα κυλούσε από εκεί και η Ίσα προσπαθούσε να το συγκρατήσει. Μάλλον ήταν κάτι παραπάνω από υπνωτισμός σκέφτηκε.
«Ίσα? Θα μείνεις μαζί μου?» Σε μια φράση που για λίγο έσπασε το φράγμα των αιώνων. Το φράγμα της ιστορίας. Μία φράση που κινήθηκε αναλλοίωτη μέσα στο χρόνο από τον πρόγονο στον απόγονο. Δύο ανθρώπους, αγγελιοφόρους, που μάχονται για τον ίδιο σκοπό σε διαφορετικές εποχές.
«Πάντοτε δεν ήμουν?» Απάντησε η Ίσα.
Χαμογέλασε.

Comments

comments