Sea-Sunset-Wallpaper-hd-free

Το φάντασμα της μέρας

Πλέον ήταν μόνος του. Δεν είχε κανέναν. Ούτε καν σπίτι δεν είχε και η μοναξιά τον έτρωγε. Έφερνε γύρα μήπως και βρει φαγητό και κάποιο υπόστεγο να κοιμηθεί το βράδυ. Πάνε τώρα τρεις εβδομάδες απ’ όταν τον παράτησε η γυναίκα του μαζί με το παιδί του γιατί τα έχασε όλα. Ο τζόγος και η οικονομική κρίση τους γονάτισαν. Όλοι τον συμβούλευαν πως στις εποχές αυτές, στην Ελλάδα του 2015 δεν έπρεπε καν να ακουμπάει το χαρτί. Κι όμως. Οι αδυναμίες είναι πάντα εκεί και μας στοιχειώνουν. Πότε δεν είχε τη δύναμη να πάει κόντρα στο πάθος του και νόμιζε πως έκανε πάντα το σωστό και πως δε γινόταν αλλιώς. Όμως τώρα που τρώει από τα σκουπίδια, τώρα που κοιμάται στις λάσπες και την βροχή ξέρει πως όλα ήταν λάθος. Το μεγαλύτερο λάθος της ζωής του.
      Εκείνο το πρωινό δεν ήθελε να μιλήσει σε κανένα. Έφυγε από τον καταυλισμό απόρων, όπου πέρασε την τελευταία νύχτα, γρήγορα και προχώρησε προς την παραλία. Λάτρευε αυτό το μέρος. Εδώ έρχονταν οικογενειακώς αλλά και πριν τη γέννηση του γιού τους με τη γυναίκα του. Πολλές φορές είχαν κάνει έρωτα εδώ, είχαν ξαπλώσει μεθυσμένοι, είχαν ονειρευτεί. Τώρα όλα αυτά ήταν παρελθόν. Τώρα ήταν αυτός, το αλκοόλ και η αναπόφευκτη μοίρα του. Το είχε σκεφτεί πολύ πριν το κάνει. Ένας άνθρωπος σαν αυτόν δεν είχε κανένα νόημα να ζει. Μια μαχαιριά και τέλος. Τέλος τα βάσανα, τέλος ο πόνος, τέλος όλα. Πήρε το μαχαίρι το σήκωσε και προσπάθησε την πρώτη φορά. Τίποτα. Φοβόταν. Άλλη μία. Τίποτα πάλι.
Δοκίμασε τρείς τέσσερις φορές μέχρι να το αποδεχτεί πλέον. Δεν μπορούσε να πάρει ο ίδιος τη ζωή του. Δεν ήθελε, φοβόταν, ήλπιζε ακόμα? Δεν κατάλαβε ποτέ. Ακόμα κι όταν είδε το μικρό παιδί με τα πράσινα, στο χρώμα του σμαραγδιού, μάτια που τον κοίταζε απέναντί του.
      Τον πλησίασε κοιτώντας τον σταθερά στα μάτια. Κοιτώντας την ψυχή του. Πλησίασε και έκατσε δίπλα του. Δε μιλούσε, δεν έλεγε τίποτα αλλά και μόνο η παρουσία του δίπλα του, του έφερνε ζεστασιά. Δε φορούσε πολλά ρούχα. Ένα λευκό πόλο μπλουζάκι χιλιοφορεμένο και μια κομμένη στις άκρες μαύρη βερμούδα. Κάθισαν και οι δύο χωρίς να μιλάνε αρκετή ώρα. Μέχρι που έσπασε τη σιωπή του.
«Σήμερα ήθελα να αυτοκτονήσω και εσύ με είδες. Χάρη σε σένα σταμάτησα» είπε ένα ψέμα στον εαυτό του.
«Αν το σκεφτείς καλά σου χρωστάω και τη ζωή μου. Που είναι οι δικοί σου?»
«Δεν είναι εδώ». Απάντησε κοφτά ο μικρός και αναδιπλώθηκε παίρνοντας αγκαλιά τους ώμους του.
«Θες να πάμε να τους βρούμε μαζί?»
«Μπα, δεν έχει νόημα. Έτσι κι αλλιώς αύριο είναι μια άλλη μέρα σωστά?» αποκρίθηκε με ένα πνιχτό χαμόγελο.
      Πέρασαν αρκετή ώρα μαζί. Δε μιλούσαν πολύ. Ο μικρός ζωγράφιζε με ένα ξύλο στην άμμο και αυτός σκεφτόταν. Μια επικοινωνία φαινομενικά χωρίς ουσία, αλλά για αυτούς σημαντική. Είχε πνιγεί στις σκέψεις του όταν ο μικρός σηκώθηκε και έφυγε τρέχοντας. Έτσι χωρίς κουβέντα, χωρίς να πει κάτι, χωρίς να χαιρετήσει. Τον είδε να χάνεται στο βάθος σαν οφθαλμαπάτη και έπειτα γύρισε στη θάλασσα. Πέταξε με δύναμη το μαχαίρι όσο πιο βαθιά μπορούσε και ξάπλωσε κρατώντας το χρυσό σταυρό που κουβαλούσε πάντα μαζί του σφιχτά στο χέρι του. Κοιμήθηκε εκεί για πρώτη φορά χαμογελαστός μετά από καιρό.

3 μήνες μετά
Ο Γιώργος ήταν ξανά με την οικογένεια του στο σπίτι της γυναίκας του. Πλέον πίστευε και ο ίδιος πως όλα θα πάνε καλά και δεν ήθελε καν να ξαναπιάσει το χαρτί στο χέρι του. Το επόμενο πρωί θα έβγαινε έξω να βρει εργασία. Ο Άλεξ ήταν πλέον στη Γερμανία. Εκεί συναντήθηκε με τη θεία του, την αδερφή της μάνας του, Ελληνίδα και αυτή που ζούσε και εργαζόταν εκεί μόνιμα. Πότε δεν μπόρεσε να βρει να το σώμα του Σύριου πατέρα του που πνίγηκε στη θάλασσα, ενώ η κηδεία της μητέρας του έγινε στον τόπο καταγωγής της στην Ήπειρο. Η Συρία και ο πόλεμος που του στέρησε τους γονείς του ήταν πια παρελθόν. Τώρα ήταν ασφαλής. Και οι δύο δε θα ξεχάσουν ποτέ εκείνη τη μέρα στην παραλία της Λέσβου. Πίστεψαν πως πραγματικά ο Θεός τους έφερε κοντά και τους απέτρεψε να αυτοκτονήσουν. Πως όλο αυτό που έζησαν ήταν κάτι απόκοσμο. Κι όμως, ακόμα κι αν δεν το καταλάβουν ποτέ, ο ένας βοήθησε τον άλλο να συνεχίσει τη ζωή του. Όχι γιατί τους πρόσταξε κάποια ανώτερη δύναμη αλλά γιατί δεν τα παράτησαν ποτέ. Γιατί και οι δύο δεν έπαψαν ποτέ να ελπίζουν. 

Ερωτηθείς τι έστιν ελπίς, « Εγρηγορότος», είπεν, «ενύπνιον.»
Αριστοτέλης, 384-322 π.Χ., Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος
μτφρ: Όταν ρωτήθηκε τι είναι ελπίδα; «Το όνειρο ενός ξύπνιου», είπε.

Comments

comments