Wallpapers for Desktop with fantasy, wallpaper, war

Η Μάχη της Τινέθιελ #1 (Τα Χρονικά του Βάρδου #15)

Οι δύο στρατοί είχαν μαζευτεί από πολύ νωρίς το πρωί στην πεδιάδα γύρω από τη λίμνη Τινέθιελ. Ο στρατός της Αυτοκρατορίας ήταν οργανωμένος σε δέκα διαφορετικές ταξιαρχίες, αποτελούμενες από τουλάχιστον χίλια άτομα η καθεμία. Είχαν στοιχηθεί σε μια νοητή γραμμή μπροστά από τη λίμνη, σε μια περιοχή που παλιότερα ήταν πλούσια σε βλάστηση. Το δάσος του Μπίβερεν, ή ότι είχε απομείνει από αυτό, βρισκόταν στη δυτική πλευρά του Αυτοκρατορικού Στρατού και δεν έδινε κανένα πλεονέκτημα στη μάχη.
                Αντίθετα, ο Νενατιανός Στρατός είχε διαλέξει μια εντελώς διαφορετική διάταξη. Οι ιππότες της Νενάτ, ντυμένοι στα λευκά, στα ασημένια και στα γαλάζια, είχαν παραταχθεί σε σχήμα εκτεταμένης φάλαγγας. Η Λευκή Φρουρά ηγούταν του σχηματισμού στην κορυφή, ενώ  ακριβώς από πίσω ήταν τοποθετημένοι οι τοξότες και βαλλίστρες. Στα πλάγια του σχηματισμού ήταν έτοιμα να καλπάσουν τα ψηλά και περήφανα άλογα της Ιλούμιναρ, με τα μακριά δόρατα των αναβατών τους να σέρνονται στο έδαφος πριν τη μάχη.
                Αυτοί οι δύο στρατοί ήταν οι μεγαλύτεροι που είχε δει ο κόσμος εδώ και αιώνες. Η Ιλούμιναρ αποτελούσε το τελευταίο οχυρό ελευθερίας και οι Νενατιανοί στρατιώτες ήταν αποφασισμένοι να το κρατήσουν πάσα θυσία. Όμως, δεν είχαν σκοπό να αμυνθούν μόνο. Όλο το σχέδιο μάχης κινούταν γύρω από τη Λευκή Φρουρά, η οποία είχε και μια δεύτερη αποστολή. Σκοπός της ήταν να καταφέρει να πλησιάσει τη λίμνη, έτσι ώστε ο Θον, ο επαναστάτης που πλέον οι ελπίδες όλου του κόσμου βρισκόταν πάνω του, να καταφέρει να συναντήσει το πεπρωμένο του. Ακόμα και αν η μάχη χανόταν, ο Πρίγκιπας Ζελάρ ήταν αποφασισμένος να οδηγήσει το Θον μέχρι την Τινέθιελ, όποιο και να ήταν το κόστος.
                Ο Πόλεμος ξεκίνησε με το πρώτο βούκινο που ήχησε στην πεδιάδα, φέρνοντας μαζί του πόνο, φόβο αλλά και αμέτρητη ανδρεία. Πρώτοι κινήθηκαν οι Αυτοκρατορικοί ιππότες. Αναπτύχθηκαν σε μια ευθεία, έτσι όπως είχαν παραταχθεί, ενώ οι τοξότες και των δύο δυνάμεων αντάλλασσαν συνεχώς πυρά. Ο Θον βρισκόταν στην πρώτη γραμμή μάχης, μαζί με τον Πρίγκιπα Ζελάρ και το φίλο του τον Νταμιάν. Στην ίδια ευθεία, πιο πίσω όμως στις γραμμές βρισκόταν ο Νέντος, που ηγούταν τον τοξοτών της Νενάτ. Καθώς ο Αυτοκρατορικός Στρατός ξαμολούσε όλη του τη δύναμη στην πεδιάδα, ο Πρίγκιπας Ζελάρ έδωσε ένα λόγο που έμελλε να μείνει στην ιστορία.
                «Στρατιώτες της Νενάτ, φίλοι μου, αδέρφια μου. Αυτό που βλέπετε μπροστά σας είναι ο μεγαλύτερος ανθρώπινος στρατός όλων των εποχών. Είμαστε εδώ μαζί, ενώπιων αυτού του θαύματος, αυτού τέρατος που έρχεται να σκοτώσει εσάς και ό,τι αγαπάτε αληθινά. Και σας λέω λοιπόν. Θα το επιτρέψετε; Θα αφήσετε τα σπίτια σας να καούν, τις γυναίκες να γίνουν πόρνες και τα παιδιά σας δούλοι; Ή θα πολεμήσετε μαζί μου, για ένα καλύτερο αύριο, έναν ελεύθερο κόσμο που θα χτίσουμε με τα ίδια μας τα χέρια;»
                «ΘΑ ΠΟΛΕΜΗΣΟΥΜΕ!» η απάντηση του στρατού ήταν ομόφωνη.
                «Εμπρός λοιπόν! Δείξτε μου τι έχετε! Και αν αυτό δεν είναι αρκετό, υπερβείτε τον εαυτό σας, όχι μία, αλλά χίλιες φορές! Η Λευκή Φρουρά μαζί μου! Θα χτυπήσουμε το κέντρο, την ταξιαρχία του αρχηγού τους! Οι υπόλοιποι ακολουθήστε τις διαταγές των ανωτέρων σας και πολεμήστε σα να μην υπάρχει αύριο!»
                Πλέον όλη η πεδιάδα σειόταν από τις κραυγές των ιπποτών και τις κλαγγές των όπλων τους. Η Λευκή Φρουρά κινήθηκε πρώτη και τοποθετήθηκε ακριβώς απέναντι από τα στρατεύματα του Βάραντος του Καπηλευτή, που ηγούταν του Αυτοκρατορικού Στρατού.
                «Είσαι έτοιμος φίλε μου;» ρώτησε το Νταμιάν, ο Θον.

                «Πάντοτε ήμουν έτοιμος για αυτό. Μην ξεχνάς Θον. Μην ξεχνάς ποιος είναι ο σκοπός σου. Είναι τιμή μου να πολεμήσω μαζί σου για μια ακόμα φορά, αδερφέ, και αν οι Θεοί θέλουν να πεθάνουμε, θα είναι ακόμα μεγαλύτερη τιμή μου να πεθάνω προστατεύοντας την ελπίδα του κόσμου».
                Τα λόγια του Νταμιάν, άγγιξαν πραγματικά το Θον. Αγκάλιασε το φίλο του και έριξε ένα βλέμμα προς τα πίσω εντοπίζοντας το Νέντος. Όσο καιρό τον γνώριζε, το βλέμμα του τοξότη δεν είχε πάρει ποτέ αυτή τη μορφή. Απέναντί του έβλεπε τον άνθρωπο που σκότωσε την αδερφή του και πήρε το θρόνο του. Το χέρι του λοιπόν ήταν ήρεμο, τα μαλλιά του καλοχτενισμένα, αλλά εξέπεμπε μια θανατηφόρα αύρα, προορισμένη για τον Βάραντος και μόνο αυτόν.
                Οι δύο κύριες δυνάμεις δεν άργησαν να συγκρουστούν, αλλά παρόλο τον όγκο του Αυτοκρατορικού Στρατού, η γραμμή της Λευκής Φρουράς δεν κουνήθηκε ούτε βήμα. Η φάλαγγα που είχαν δημιουργήσει, ήταν ικανή να αμυνθεί απέναντι σε οποιοδήποτε στρατό και τα τάγματα του Βάραντος αδυνατούσαν να τη διαπεράσουν. Στα πλάγια, τα δύο αντίπαλα ιππικά κονταροχτυπήθηκαν με μεγάλες απώλειες και για τις δύο δυνάμεις, ενώ από την βορειοανατολική πλευρά οι Αυτοκρατορικές δυνάμεις φαινόταν να κερδίζουν το πλεονέκτημα.
                «Τρία…δύο…ένα…ΣΠΡΩΞΤΕ!» η διαταγή του Ζελάρ, είδε σύσσωμη τη Λευκή Φρουρά να δίνει όλες τις δυνάμεις της ώστε να απωθήσει τους αντιπάλους της. Μια κίνηση περίεργη και απελπισμένη σε πρώτη ματιά, που όμως ήταν η αρχή ενός πολύ μεγαλύτερου σχεδίου. Οι πίσω γραμμές των Νενατιανών κινήθηκαν ταυτόχρονα προς τη νοτιοδυτική πλευρά της μάχης, αφήνοντας εντελώς απροστάτευτη τη βόρεια πλευρά της Λευκής Φρουράς. Άμεσα ο Βάραντος έδωσε εντολή να χτυπήσουν την αδύναμη γραμμή της άμυνας, όμως ήρθε προς εκπλήξεως. Στον απέναντι λόφο, πίσω από τις γραμμές των Νενατιανών που υποχωρούσαν, ήχησε το βούκινο του Βάμπουργκ. Οι ιππότες του Κόμη Βοργκ, με τον ίδιο να τους οδηγεί, όρμησαν προς τους έκπληκτους Αυτοκρατορικούς και ξεκίνησαν να σκουπίζουν τις πεζές δυνάμεις του στρατού. Πλέον, ο στρατός της Αυτοκρατορίας υποχωρούσε προς την Τινέθιελ, μην μπορώντας να αντέξει την πίεση των αντιπάλων του. Σε μια στιγμή όλα διαλύθηκαν. Η άμυνα των Αυτοκρατορικών έσπασε, και οι στρατοί μπλέχτηκαν μεταξύ τους. Στο συνονθύλευμα ανθρώπων που δημιουργήθηκε κυριαρχούσαν οι κραυγές τα κοψίματα και οι κλαγγές των σπαθιών στις ασπίδες. Μέσα σε όλο αυτό το χαμό δύο άνδρες κινούταν προς το στόχο τους. 
Ο Θον προς την Τινέθιελ κυνηγώντας το πεπρωμένο του και ο Νέντος προς το Βάραντος, ζητώντας μόνο το κεφάλι του. 

Τα Χρονικά του Βάρδου #15

 

Comments

comments