xb18

Η Ψυχή της Έα (Τα Χρονικά του Βάρδου #18)

Δεν μπορούσε να μιλήσει, δεν μπορούσε να κινηθεί. Δεν υπήρχαν λέξεις για να περιγράψουν τον πόνο και την απελπισία που ένιωθε. Το χέρι του, αυτό που ήταν προορισμένο να σώσει τον κόσμο, έκοψε την καρδιά του φίλου του στα δύο. Πόσες θυσίες είναι απαραίτητες ακόμα; Πόσο πόνο μπορεί να αντέξει ο άνθρωπος;
                Ο Νέντος δίπλα του κοιτούσε εκστασιασμένος. Δεν μπορούσε να πιστέψει την τραγική εξέλιξη των γεγονότων, όμως γρήγορα επανήλθε στην πραγματικότητα. Απέναντι τους, μια ντουζίνα λυσσασμένων πολεμιστών- στην ίδια ακριβώς κατάσταση με τον Ρεμύ- ορμούσαν κραδαίνοντας σπαθιά και λόγχες.
                «Θον! Σήκω! Έχουμε έναν αγώνα να δώσουμε». Ο Θον όμως παρέμενε ακίνητος, αποχαυνωμένος. «Σήκω φίλε μου. Το να πεθάνουμε εδώ δεν έχει αποτέλεσμα. Ο θάνατος του Ρεμύ, της Λευκής Φρουράς και όσων ακόμα έχασαν τη ζωή τους εδώ θα είναι μάταιος, αν δεν φτάσεις στο βυθό της Τινέθιελ. Πάμε!»
                Είχε δίκιο. Όσο και να πονούσε, όσο κι αν η καρδιά του είχε ραγίσει, έπρεπε να συνεχίσει. Έκλεισε με σεβασμό τα μάτια του νεκρού Ρεμύ, φίλησε το μέτωπο του και σήκωσε τον Ελευθερωτή. «Πάμε!»
                Σε αυτή τη μάχη όμως δε θα ήταν μόνοι τους. Από τα δέντρα όρμησαν πέντε πολεμιστές των Ίβριλ. Ήταν ντυμένοι με τα λιγοστά ρούχα, που αποτελούσαν παράδοση στη φυλή τους και συνοδεύονταν από τα κυνηγετικά σκυλιά τους. Αρχηγός τους ήταν ο Σαράχι, με τον σκύλο του τον Κουτ. «Εμπρός Θον προχώρα! Θα τους αναλάβουμε εμείς αυτούς. Νέντος θα μας βοηθήσεις;»
                «Φυσικά! Θον, πήγαινε. Θα σου ανοίξουμε το χώρο προς τη λίμνη. Εσύ απλώς τρέξε με όλη σου τη δύναμη. Σώσε μας φίλε, σώσε μας».
                Και έτσι έγινε. Οι Ίβριλ, μαζί με τον Νέντος, όρμησαν προς τους αλλοπαρμένους στρατιώτες της Αυτοκρατορίας, ανοίγοντας διάπλατα το δρόμο για την όχθη της Τινέθιελ. Τρέχοντας, ο Θον έφθασε γρήγορα μέχρι τη λίμνη και βούτηξε απευθείας. Κολύμπησε βαθιά μέχρι το βυθό της κινούμενος προς τη βάση της μεγάλης, γκρεμισμένης γέφυρας. Την είδε. Μόλις πλησίασε αρκετά ο κρύσταλλος που κρατούσε στα χέρια του άρχισε να λάμπει και, όπως στο όνειρό του, τον σήκωσε ψηλά κάνοντας την πόρτα να ανοίξει. Τώρα βρισκόταν σε μία μικρή πέτρινη αίθουσα, πλημμυρισμένη από το νερό που εισχώρησε με το άνοιγμα της πόρτας. Το νερό εξαφανίστηκε σχεδόν μονομιάς και η πόρτα πίσω του έκλεισε, δίνοντας την ευκαιρία στο Θον να ακολουθήσει το μονοπάτι που απλωνόταν μπροστά του. Το μέρος ήταν ακριβώς όπως στα όνειρά του. Οι πέτρινοι τοίχοι της κατακόμβης είχαν σκαλισμένα ξωτικιανά σύμβολα, ενώ λάβαρα βρισκόταν εμπρός της κάθε πόρτας. Επίσης, δεξιά και αριστερά, σε κατάλληλα διαμορφωμένες κρύπτες, βρισκόταν πέτρινα φέρετρα και αυτά σκαλισμένα με περίεργα αλλά πανέμορφα σύμβολα.  
                Ήξερε τι να κάνει. Προχώρησε αρκετά μέχρι να βρεθεί στη μεγάλη αίθουσα, όπου αναπαυόταν ο Έαροντ και η Βαλάριεν, οι άρχοντες των ξωτικών. Η αίθουσα ήταν κατηφορική, καθώς μεγάλα σκαλιά οδηγούσαν από τις κατακόμβες στο κεντρικό σημείο της, εκεί όπου βρίσκονταν οι δύο μεγάλοι τάφοι. Στάθηκε ανάμεσα τους και σήκωσε τον κρύσταλλο. 
                «Έαροντ, Βαλάριεν, άρχοντες μου. Ξυπνήστε από το βαθύ σας ύπνο και βοηθήστε μας. Σας έχουμε ανάγκη, η Ιόλια σας χρειάζεται». Ο κρύσταλλος έλαμψε για άλλη μια φορά, όμως τώρα η λάμψη του ήταν ότι ισχυρότερο και ότι ομορφότερο είχε δει ποτέ του. Το έδαφος άρχισε να σείεται και ο σεισμός που ακολούθησε έκανε τους δύο τάφους να ραγίσουν. Το γαλάζιο χρώμα του κρυστάλλου έμοιαζε να αντανακλά πάνω στους τάφους και, όπως γέμιζε το χώρο, άρχισε να φωτίζει τα σύμβολα που ήταν σκαλισμένα επάνω τους. Για τον Θον η σκηνή έμοιαζε να διαρκεί αιώνες, όμως δεν πέρασαν παρά λίγα δευτερόλεπτα μέχρι το πνεύμα του Έαροντ και το πνεύμα της Βαλάριεν γεμίσουν την αίθουσα.
                «Γιατί μας ζητάς άνθρωπε; Γιατί ξυπνάς τον αιώνιο ύπνο μας;» ρώτησε ο Έαροντ.
                «Ήρθα εδώ να ζητήσω τη βοήθειά σας. Είμαι ο εκλεκτός και έφερα τον κρύσταλλο εκεί που ανήκει, όπως με διέταξες εσύ Αρχόντισσά μου με τα οράματα που μου έστελνες. Ένας στρατός οδηγούμενος από μία μαυροντυμένη γυναίκα, που κατέχει μαγεία απόμακρη και θανατική, είναι έτοιμος να κατακτήσει την Ιόλια». Όσο μιλούσε άλλο τόσο αντιλαμβανόταν πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Το βλέμμα του Έαροντ ήταν αυστηρό και η Βαλάριεν έδειχνε να μην αναγνωρίζει αυτά που της έλεγε.
                «Ανόητε! Έκανες αυτό ακριβώς που ήθελε. Απελευθέρωσες τη δύναμη μας, όμως τώρα είμαστε πιο ευάλωτοι από ποτέ. Το ήξερε. Σε χειραγώγησε και σε έφερε εδώ για να κερδίσει αυτό που δεν είχε ποτέ. Την Ψυχή της Έα». 
                «Άρχοντά μου τι είναι αυτά που λες; Ποιος με χειραγώγησε; Τι είναι η Ψυχή της Έα;»
                «Νεαρέ μου, με τα μεγάλα ιδανικά και τη ζεστή καρδιά, που ακόμα και με την τωρινή μου κατάσταση μπορώ να αναγνωρίσω, θα σου εξηγήσω». Η φωνή του φαντάσματος της Βαλάριεν ήταν ότι πιο γλυκό είχε ακούσει ποτέ του. «Αυτή η γυναίκα που λες, είναι το ίδιο το σκοτάδι, με ανθρώπινη μορφή. Πριν από πολλούς αιώνες πολεμήσαμε τον στρατό του σκότους εδώ στην Τινέθιελ και  καταφέραμε να εγκλωβίσουμε το σκοτάδι στο σώμα του τελευταίου θύματος του. Η γυναίκα, που πριν το θάνατό της ονομαζόταν Λίλιθ, επιβίωσε και το σκοτάδι ξύπνησε ξανά μέσα της και τώρα ήρθε εδώ για να κατακτήσει την Ψυχή της Έα».
                «Τι είναι η Ψυχή της Έα;» απάντησε με κομμένα τα πόδια ο Θον.
                «Η Ψυχή της Έα είναι  η Τινέθιελ η ίδια. Το κέντρο του κόσμου, ο ομφαλός της Ιόλια. Το πρώτο πράγμα που δημιουργήθηκε στον κόσμο αυτόν και το τελευταίο που θα καταστραφεί. Από εδώ ξεκίνησαν όλα και αυτή είναι η πύλη για κόσμους μακρινούς, κόσμους διαφορετικούς και όμοιους, όπου μόνο οι ανώτερες υπάρξεις της πραγματικότητας γνωρίζουν και μπορούν να δουν».
                «Και τι μπορούμε να κάνουμε τώρα; Θα υπάρχει κάτι που να μπορούμε να κάνουμε σωστά;»
                «Νεαρέ μου» το λόγο πήρε το πνεύμα του Έαροντ. «Έτσι όπως είμαστε, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να πολεμήσουμε για λίγο και σίγουρα δεν μπορούμε να νικήσουμε την Λίλιθ. Πρέπει κάποιος άλλος να δώσει τη μάχη αυτή και…»
                «Θα το κάνω εγώ!» πετάχτηκε ο Θον, πριν προλάβει να τελειώσει ο Έαροντ. «Εγώ θα πολεμήσω. Απλά πείτε μου τι πρέπει να κάνω».
                «Θα πρέπει να γίνεις ένα με τον κρύσταλλο για να μπορέσεις να χρησιμοποιήσεις όλη την κοσμική ενέργεια αυτού του κόσμου, αυτό που λέγαμε κάποτε μαγεία», απάντησε η Βαλάριεν. « Όμως, καλέ μου, δεν υπάρχει γυρισμός από αυτό. Είσαι άνθρωπος και από τη φύση σου δε θα μπορέσεις να αντέξεις την τόση μεγάλη δύναμη που θα έχεις. Το σώμα σου θα καταρρεύσει και θα πεθάνεις μετά από λίγο. Είσαι ακόμα διατεθειμένος να το κάνεις;»

Οι σκέψεις πλημμύρισαν το μυαλό του. Αυτό ήταν το τέλος. Δε θα ξαναέβλεπε ποτέ την οικογένεια του, τους φίλους τους, το νεογέννητο παιδί του. Όμως, κάποιος έπρεπε να το κάνει. Ο κόσμος δε θα είχε άλλη ευκαιρία. Ή τώρα ή ποτέ, σκέφτηκε και απάντησε μονολεκτικά. 
                «Ναι».
                Τα δύο πνεύματα των ξωτικών στάθηκαν δίπλα του και άπλωσαν τα χέρια τους στους ώμους του. Ο κρύσταλλος σηκώθηκε στον αέρα και με μιας καρφώθηκε στο στήθος του και έγινε ένα με το δέρμα του. Τα μάτια άλλαξαν χρώμα και από γαλανά έμοιαζαν τώρα λευκά, ενώ μια απόκοσμη αύρα έλουζε το κορμί του.

Τόση δύναμη, τόση γνώση. Ήταν πλέον ένας άλλος άνθρωπος.

                «Είσαι έτοιμος, Θον;» ρώτησε ο Έαροντ.
                «Πάντοτε ήμουν!» Με μια κραυγή, που δεν έμοιαζε με ανθρώπου, σήκωσε όλα τα ξωτικά από τους τάφους τους. Ακόμα ένας σεισμός κατέκλυσε το χώρο και έκανε τα τοιχώματα να καταρρεύσουν. Όμως δεν είχε σημασία. 
Ήταν ένας μελλοθάνατος με τον ισχυρότερο στρατό στον κόσμο. 
Ήταν ο Θον της Τινέθιελ.

Τα Χρονικά του Βάρδου XVIII

Comments

comments