Uncategorized

Η Στερνή Κόρη (Τα Χρονικά του Βάρδου #8)

Κάθε Πέμπτη Ημέρα η νότια πύλη του Βάμπουργκ άνοιγε και για τους κατοίκους της αποτελούσε την πιο δύσκολη και πονεμένη ημέρα της εβδομάδας. Γιατί, εκείνη τη μέρα, πετούσαν τους περιττούς, τους αναλώσιμους. Το Βάμπουργκ είναι μια σκληρή κοινωνία,  με πολύ αυστηρούς νόμους και όποιος δεν τους τηρούσε θα περνούσε την Στερνή Κόρη. Εκεί θα τον περίμεναν δουλέμποροι και κανείς δεν ήξερε σε πιο σημείο της Ιόλια θα τον πουλούσαν. Συνήθως, έδιωχναν τους γέρους και τους επαναστάτες και κρατούσαν μέσα μόνο την εργατική τάξη, που έφερνε περισσότερη δουλειά και κέρδος χωρίς να αντιδρά. Κανείς δεν τολμούσε να σηκώσει κεφάλι στο Δούκα του Βάμπουργκ και στην οικογένεια του, η οποία ήλεγχε την περιοχή για χιλιάδες χρόνια. Η λέξη Δούκας έγινε με τους αιώνες σύμβολο πόνου και φόβου και ειδικά τα τελευταία χρόνια η δύναμη του τελευταίου άρχοντα του κάστρου γιγαντώθηκε. Οι μεγάλες μάχες που μαίνονταν σε όλο τον κόσμο έκαναν το Βάμπουγκ το μεγαλύτερο κέντρο εμπορίου πολεμικού εξοπλισμού στην Ιόλια και η ανάπτυξη της πόλης ήταν ραγδαία.
                Όλα αυτά τα έμαθαν τις τελευταίες μέρες. Ο ιερέας, αν και δεν ήταν δυνατός στο κορμί και δεν ήξερε να χειριστεί το σπαθί ή την ασπίδα σαν τον Θον, ήταν το πιο έξυπνο μυαλό που είχε γνωρίσει ποτέ του. Γνώριζε πολλά για τον κόσμο και τις παραδόσεις των περισσότερων λαών που κατοικούν σε αυτόν, κάτι που του φάνηκε χρήσιμο και εδώ. Μόνο ένας τρόπος υπήρχε για να διεισδύσει κάποιος κρυφά στο Βάμπουργκ και χρειάστηκε λεφτά και ευστροφία  για να τον μάθει.
                Κατά τη διάρκεια της ανταλλαγής των νέων δούλων για χρυσάφι, η Στερνή Κόρη μένει ανοικτή για περίπου μισή ώρα, καθώς ο μηχανισμός της είναι πολύ αργός. Πρόκειται για την πιο παλιά πύλη της πόλης, αυτή που, σύμφωνα με τις παραδόσεις, διέσχισε ο Έαροντ, ο τελευταίος βασιλιάς των ξωτικών, όταν βοήθησε τους ανθρώπους του Βάμπουργκ να σκοτώσουν το δράκο Γκόρτογκ. Αλλά πήρε πίσω μόνο προδοσία, πόνο και θλίψη, όταν ο ανθρώπινος στρατός υποχώρησε, αφήνοντας τους στο έλεος του πλάσματος. Εκεί χάθηκε ο Ίμριλ, το σοφότερο ξωτικό που πάτησε ποτέ στην Ιόλια και ο γιός του, ο Έαροντ, χρίσθηκε βασιλιάς με το χειρότερο δυνατό τρόπο. Όλα αυτά έγιναν χιλιάδες χρόνια πριν, αλλά η Στερνή Κόρη επέζησε μέχρι τις μέρες μας.
                Αυτό το γέρικο κουφάρι ήθελαν να περάσουν λοιπόν και όλα έπρεπε να γίνουν με ακρίβεια και γρηγοράδα. Πρώτα, έπρεπε να νικήσουν τους δύο φύλακες της πύλης. Εύκολο, με τον Νέντος να μπορεί να εκτελέσει τα πάντα από τεράστια απόσταση. Το δύσκολο ερχόταν μετά. Ενώ όλοι θα είχαν θορυβηθεί, θα έπρεπε να τρέξουν στην πύλη, να εντοπίσουν μια  ξύλινη ασφάλεια και με τους γάντζους να την κατεβάσουν και να  κλείσουν την πύλη. Έπειτα, θα ακολουθούσαν την κρυφή κρύπτη κάτω από τη σκαλωσιά που οδηγεί στα μπουντρούμια. Όλα αυτά ήταν θέμα να δευτερολέπτων και απόλυτης ακρίβειας και αν δεν ήταν απόλυτα συγκεντρωμένοι θα έρχονταν αντιμέτωποι με την κρεμάλα στην κεντρική πλατεία του Βάμπουργκ και ο Θον, που είχε ήδη γνωρίσει καλά και από κοντά μια ψηλή και θανατηφόρα αγχόνη, δεν σκόπευε να το ξανακάνει σύντομα.
                Είχαν στηθεί κρυμμένοι στους γύρω πάγκους, απ’ όταν έπεσε ο ήλιος και τελικά κατά τα μεσάνυχτα, είδαν κίνηση από το κάστρο. 
                Και η πύλη άνοιξε, τρίζοντας και σέρνοντας το χώμα γύρω της. Ένας ήχος βγαλμένος από το παρελθόν, σκληρός και σπαρακτικός. Η Στερνή Κόρη άνοιξε για μια ακόμα φορά. 
Πυρσοί και αλυσίδες γέμισαν το δρόμο, καθώς πέντε άνδρες και τρεις γυναίκες πάλευαν να κρατήσουν τα σώματα τους όρθια. Έμοιαζαν ταλαιπωρημένοι και κάθιδροι και οι πλάτες τους ήταν μαραζωμένες από το μαστίγωμα. Ο Νέντος έπιασε το τόξο του και τραβώντας ένα βέλος από τη φαρέτρα, σημάδεψε.
                «Περίμενε, λίγο ακόμα, λίγο, τώρα!» φώναξε ο Θον και δύο βέλη έφυγαν σχεδόν ταυτόχρονα από τα σκοτεινά και καρφώθηκαν στα αντικριστά κεφάλια των δύο φρουρών. Ο Σαράχι είχε ήδη ξεκινήσει το τρέξιμο και, σπρώχνοντας δύο άτομα που εμπόδιζαν την πορεία του, έφτασε άμεσα στην πύλη. Η Νόρμα και ο Ρεμύ βρίσκονταν πίσω του και ο Νέντος με τον Θον ακόμα πιο μακριά. Φρουροί έτρεξαν προς το μέρος τους, σηκώνοντας δόρατα και ασπίδες και πλησίασαν απειλητικά τη Νόρμα. Τότε πετάχτηκε ο σκύλος του Σαράχι, ο Κουτ, αυτό το τεράστιο, αλλά και αγαπητό από όλους ζώο και οι άνδρες δίστασαν. Ένιωσαν να τους κόβονται τα πόδια όταν ο σκύλος γρύλισε λυσσασμένα. Τώρα είχαν περάσει όλοι στο εσωτερικό της πύλης, που έκλεινε και από μέσα. Έψαχναν το μοχλό ασφαλείας, πράγμα πολύ δύσκολο χωρίς δάδες ή κεριά. Τελικά τον εντόπισαν πάνω από τα κεφάλια τους, τον έδεσαν με τους γάντζους και σχοινιά και τράβηξαν όλοι, εκτός του Νέντος και του Θον ,οι οποίοι πάλευαν ακόμη με τους φρουρούς.
                «Γρήγορα! Νέντος! Θον! Κατεβαίνει!» ούρλιαξε η Νόρμα και η πύλη έπεσε, με τους δύο φίλους να προλαβαίνουν να περάσουν την τελευταία στιγμή, πριν τους συνθλίψει τα πόδια.
                «Από εδώ» πρόσταξε ο Ρεμύ και κατέβηκαν γρήγορα τα σκαλιά που οδηγούσαν στα μπουντρούμια.

***

                «Τι σάπιο μέρος! Δε θα πίστευα ποτέ πως θα ζούσαν άνθρωποι εδώ. Τι βρώμα και δυσωδία είναι αυτή!»
                «Είσαι συνηθισμένος στις πεδιάδες και λαγκάδια, παιδί του λουλουδιών;» Απάντησε, ο Νέντος κοιτώντας περιπαικτικά τον Σαράχι.  
                «Πάντως, ήταν πιο εύκολο απ’ ότι περίμενα. Έγιναν όλα τόσο γρήγορα. Αμφιβάλλω αν μόνοι μας μπορούσαμε να περάσουμε χωρίς απώλειες. Σε ευχαριστώ πολύ Ρεμύ». Τα λόγια της Νόρμα ήταν γεμάτα αγάπη και ευγνωμοσύνη. Μπορεί ο λαός του Ρεμύ να τους στέρησε την πατρίδα τους, αλλά αυτές τις μέρες που πέρασαν όλοι μαζί, κατάλαβε τον άνθρωπο που είχε απέναντί της. Ο Ρεμύ ήταν καλός και ευγενικός, καλύτερος από τους περισσότερους άνδρες που πατούσαν σε αυτόν τον κόσμο.
                «Εγώ σε ευχαριστώ. Καταλαβαίνω πολύ καλά τα όσα περάσατε. Ο πόλεμος είναι πολύ άσχημο γεγονός και μόνο δεινά και πόνο μπορεί να φέρει. Και εσένα σε καταλαβαίνω Σαράχι. Αν ήμουν στη θέση σου, μπορεί να ήθελα και εγώ να με σκοτώσω».
                «Μόνο που δεν είσαι. Εσένα δεν σου επιτρέπουν οι Θεοί σου να σκοτώσεις, όμως σε μένα δεν περνάνε τα λόγια σου. Στην πρώτη αφορμή που θα μου δώσεις θα είσαι νεκρός και το αίμα σου θα το χύσω στα χώματα του χωριού μου, όταν το απελευθερώσω».

                «Καμία σωτηρία» γέλασε αμήχανα ο Νέντος. «Λοιπόν Ρεμύ, και τώρα τι κάνουμε; Πως βγαίνουμε από εδώ;»
                «Στο τέρμα αυτού του διαδρόμου, υπάρχει μια πόρτα που οδηγεί στο φρούριο πέρα από την πύλη των Βουνών του Χάους. Όμως, είναι πολύ καλά φυλαγμένο και λογικά θα έχουμε παρέα».
                «Τι θα έρθεις και εσύ μαζί; Με εκπλήσσεις ιερέα δε σε είχα για τόσο τρελό!» κάγχασε ο Σαράχι, ανοίγοντας την πόρτα.
                Πρώτος όρμησε ο Θον με το σπαθί του τραβηγμένο, αλλά δεν ακούστηκε τίποτα. Έψαξε τον πάνω και το κάτω όροφο, αλλά το φρούριο ήταν εγκαταλελειμμένο.
                «Περάστε, δεν είναι κανείς εδώ!»
                Ανέβηκαν όλοι, ένας προς έναν και βγήκαν έξω στο κρύο. Κοίταξαν πίσω τους και το είδαν. Το Βάμπουργκ κυλιόταν στα πόδια τους  και καπνός γέμιζε την ατμόσφαιρα.
                «Θον! Κοίτα εκεί!» φώναξε ο Νέντος.
                Απέναντί τους, στο γειτονικό φρούριο, δίπλα στην πορφυρή σημαία του Βάμπουργκ, έστεκε ο Δούκας Βοργκ, ντυμένος και αυτός στο κόκκινα. Σήκωσε το χέρι του και το έτεινε προς το δρόμο πίσω τους.
                «Δείχνει το μονοπάτι για τα Βουνά. Τι σημαίνει τώρα αυτό;»
                «Δεν ξέρω» απάντησε ο Θον, αλλά νομίζω πως θα μάθουμε σύντομα.

Ο αέρας φύσηξε δυνατός καθώς τα Βουνά του Χάους τους καλωσόρισαν.

Τα Χρονικά του Βάρδου #8

Comments

comments

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.