ερεν ιλειν

Έρεν και Ιλέιν

Ο Έρεν κοίταξε για άλλη μια φορά τον έναστρο ουρανό. Χάιδεψε τη χλόη γύρω από τα πόδια του και αφουγκράστηκε τη μυσταγωγική ατμόσφαιρα της νύχτας που έμοιαζε πιο παγερή από ποτέ. Εν αντιθέσει με την παγωμένη νηνεμία της απόκοσμης Απέραντης Κοιλάδας, οι ουλές στα χέρια και στους ώμους έκαιγαν σαν ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί. Έτσι ένιωθε κάθε φορά πριν από τη μάχη. Οι πληγές επέστρεφαν νωπές πριν το ατσάλι συναντήσει το ατσάλι, θυμίζοντας του όλα αυτά που πέρασε και όλα αυτά που έχασε. Όμως, εκείνη τη νύχτα κάτι έμοιαζε αφύσικο. Ο αέρας μύριζε θειάφι και κανέλα, ενώ  η αύρα που εξέπεμπε το ολόγιομο φεγγάρι έφερνε ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά του. Εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια κάθε μεγάλη μάχη συνοδεύεται από αυτά τα ξεσπάσματα μαγικής ενέργειας, τα οποία γίνονται αντιληπτά μόνο από αυτούς που έχουν την τύχη ή την ατυχία να μπορούν να τα ανιχνεύσουν και να τα ελέγξουν. Και ο Έρεν ήταν ένας από αυτούς.

Συγκεντρώθηκε στον άνεμο που σφύριζε ελαφρώς στα αυτιά του. Έσβησε τη φωτιά που τον κρατούσε ζεστό και αφέθηκε ελεύθερος στις μυστικιστικές ενέργειες που εξουσίαζαν την ατμόσφαιρα. Αύριο θα δινόταν η μεγαλύτερη μάχη στη σύγχρονη ιστορία του κόσμου και ήταν χρέος του να ανακαλύψει τις δυνάμεις που έραβαν το πλεκτό της εξέλιξής της. Έκλεισε τα μάτια του και ξεκίνησε το ταξίδι στους ατέρμονους κόσμους που επισκεπτόταν για να βρει απαντήσεις.

Ακολούθησε το ποτάμι του χρόνου που σχηματιζόταν στο μυαλό του και με τη βοήθεια του μαγικού βραχιολιού προσπάθησε να ξεδιαλύνει τους κόμπους του μυστηρίου της κοιλάδας. Πέρασαν από μπροστά του αμέτρητες εικόνες. Κόσμων γνωστών και κόσμων μακρινών, μέχρι τελικά να καταφέρει να εστιάσει όλη του την προσοχή στην Απέραντη Κοιλάδα. Τώρα μπορούσε να αισθανθεί τα πάντα. Το θρόισμα του ανέμου πάνω στα φύλλα των θάμνων, τον απαλό παφλασμό του νερού του κοντινού ρυακιού, μα και το σκοτάδι που πλανιόταν πάνω από το καταυλισμό της επανάστασης. Οι αιθέριες δυνάμεις τον καθοδηγούσαν και αυτός συνέχισε να τις υπακούει. Το σκοτάδι τώρα άρχισε να παίρνει σχήμα ή κάτι που έμοιαζε με σχήμα. Το ακολούθησε και τον οδήγησε μέσα στην καρδιά του στρατεύματος. Όμως, εκεί βρέθηκε μπροστά σε έναν τοίχο. Κάποιος ή κάτι τον εμπόδιζε. Ήξερε πως χρησιμοποιεί το αιθέριον και έκανε τα πάντα για να τον σταματήσει. Το κεφάλι του άρχισε να πονάει και οι πληγές του να ματώνουν, ενώ ένιωθε το αίμα του να βράζει καθώς επανερχόταν στην πραγματικότητα. Καθώς η νοημοσύνη επέστρεψε στην υλική Απέραντη Κοιλάδα έπεσε κάτω εξαντλημένος. «Ιλέιν», ψιθύρισε πριν λιποθυμήσει.

 

 

***

 

Είχε ξαπλώσει εδώ και πάνω από μία ώρα, μα δεν μπορούσε να αποκοιμηθεί. Το μυαλό της πήγαινε συνεχώς στην αυριανή μάχη. Ήξερε πως αυτή θα ήταν η σημαντικότερη σύγκρουση με την αυτοκρατορία και πως στην Απέραντη Κοιλάδα θα κρινόταν το μέλλον της επανάστασης. Δε φοβόταν. Είχε αγκαλιάσει την ευθύνη της στρατηγού, ακόμα και αν ήταν η νεότερη ανάμεσα στους ομοίους της. Ήξερε, βέβαια, πως με το που ανατείλει ο ήλιος τα μάτια όλων θα ήταν πάνω της. Τόσο των συμμάχων όσο και των εχθρών της.

Σηκώθηκε και άναψε το κερί του τραπεζιού και το φως γέμισε την ευρύχωρη σκηνή που τη φιλοξενούσε. Τα πορφυρά και γαλάζια χρώματα του υφάσματος της σκηνής  δημιουργούσαν γεωμετρικά σχήματα τα οποία με τη σειρά τους απεικόνιζαν σκηνές της ζωής της υπαίθρου, μιας ζωής πλήρως χειραγωγούμενης πλέον από την αυτοκρατορία που είχε καταπιεί σαν μάστιγα την ανθρωπότητα. Κατέβασε μια γουλιά από την μπύρα που είχε παρατήσει πριν κάμποση ώρα και κάθισε στην καρέκλα τραβώντας μαζί της το σπαθί της. Το έβγαλε προσεκτικά από το θηκάρι με λεπτές κινήσεις γεμάτες ευλάβεια και παρατήρησε τον αντικατοπτρισμό της πάνω στη λεπίδα. Τα μαύρα μαλλιά της ήταν μπλεγμένα  ενώ τα μελί μάτια της έμοιαζαν σίγουρα και αποφασισμένα. Κούνησε το ξίφος δεξιά και αριστερά αλλάζοντας τη γωνία μέσω της οποίας κοιτούσε το είδωλό της σα να έψαχνε κάτι στο μπερδεμένο αυτό καθρέφτισμα. Η κοφτερή λεπίδα αντανακλούσε έντονα το φως του κεριού και η Ιλέιν τη χρησιμοποιούσε σαν οδηγό, δίνοντας κάθε φορά προσοχή και σε διαφορετική γωνία του χώρου.

«Ξέρω πως είσαι εδώ» αναφώνησε. «Αλλά δεν ξέρω τι είσαι».

Ξαφνικά μια κίνηση από την άλλη άκρη της σκηνής αναστάτωσε τον χώρο. Τα κουτιά που ήταν παρατημένα εκεί μετακινήθηκαν λες και κάποιο ζωντανό πλάσμα προσπαθούσε να κρυφτεί  ανάμεσα τους. Όμως, δεν ήταν ακριβώς ζωντανό. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Το τέρας όρμησε προς την Ιλέιν αστραπιαία, μα η νεαρή επαναστάτρια ήταν πιο γρήγορη από αυτό. Με μια αρμονική κίνηση έσκυψε αποφεύγοντας το, ενώ παράλληλα τέντωσε το κορμί της και έστειλε το ξίφος της εναντίον του. Το βδέλυγμα δεν είχε καμία ελπίδα καθώς η κοφτερή λεπίδα της Ιλέιν το διαπέρασε στα σπλάχνα. Το κουφάρι του πλάσματος έπεσε στο καφετί χαλί της σκηνής. Έμοιαζε με άνθρωπο παραμορφωμένο με χαρακτηριστικά ποντικού. Είχε μεγάλα μπροστινά δόντια και γουρλωτά πράσινα μάτια. Πλησίασε για να το επεξεργαστεί, αλλά το μαύρο κάρβουνο σώμα του ξαφνικά έγινε καπνός. Ωστόσο, οι εκπλήξεις δεν είχαν τελειώσει εκεί. Ένα δόρυ πετάχτηκε από την εξωτερική μεριά τη σκηνής. Την έσκισε, πέρασε πάνω ακριβώς από το κεφάλι της και καρφώθηκε στο σώμα ενός παρόμοιου τέρατος, το οποίο η Ιλέιν δεν είχε αντιληφθεί μέχρι τότε.

«Έρεν! Τι στο κέρατο είναι όλα αυτά;»

Ο Έρεν έφτασε στη σκηνή εμφανώς εξαντλημένος. Σήκωσε το δόρυ του από το κουφάρι του τέρατος λίγο πριν εξαφανιστεί και αυτό και αφού επανάκτησε την αναπνοή του απάντησε.

«Είναι Νυχτοπερπατητές. Τέρατα της νύχτας που καλούνται από κάποιον που ξέρει πολύ καλά την τέχνη του. Κάποιος σε θέλει νεκρή. Υπάρχει προδότης ανάμεσα μας. Ακολούθησε με. Ξέρω που να τον βρούμε».

 

 

***

 

 

Προχώρησαν στο δάσος λίγο έξω από τον καταυλισμό. Δεν ενημέρωσαν κανέναν από την επανάσταση για το συμβάν στη σκηνή. Μια τέτοια είδηση προδοσίας ειδικότερα ενάντια στη στρατηγό Ιλέιν, θα συντάρασσε το στράτευμα. Επέλεξαν να λύσουν το ζήτημα μόνοι τους μία και καλή. Ούτως ή άλλως αποτελούσαν το ανίκητο δίδυμο της επανάστασης και εμπιστευόταν ο ένας τον άλλο με τη ζωή του.

Τα ψηλά αειθαλή δέντρα του δάσους ήταν το ίδιο μυστηριακά με την υπόλοιπη απέραντη κοιλάδα. Όντας ο μοναδικός όγκος δάσους σε μια τεράστια κοντινή έκταση, το Δάσος της Κοιλάδας, όπως το ονόμαζαν πολλοί, ήταν ο τόπος προέλευσης των περισσότερων μύθων της περιοχής. Η Ιλέιν είχε διαβάσει για αυτούς, όμως ήταν η πρώτη φορά που ερχόταν αντιμέτωπη με αυτό που ο απλός κόσμος θα χαρακτήριζε ως στοιχειωμένο δάσος. Ακολούθησαν την πορεία του μονοπατιού που ξεκινούσε από την αρχή του δάσους, ελπίζοντας να βρουν τον πραγματικό υπαίτιο της επίθεσης.

«Τι είναι αυτές οι φωνές; Ακούγονται σαν κλάματα μικρών παιδιών. Σαν βασανιστήρια».

«Το Δάσος της Κοιλάδας προκαλεί τις αισθήσεις όσων εισέρχονται σε αυτό χρησιμοποιώντας πάντα τις χειρότερες αναμνήσεις τους», απάντησε ο Έρεν. «Κάθε άνθρωπος έχει και διαφορετική εμπειρία στο Δάσος». 

Η Ιλέιν έσφιξε το αριστερού της χεριού με μανία πάνω στη λαβή του σπαθιού που αναπαυόταν στο θηκάρι του. Δεν έδειχνε σχεδόν ποτέ αδυναμία και σιχαινόταν τον εαυτό της όταν συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ειδικότερα όταν το προκαλούσε η ύπουλη μαγεία που μάστιζε τον κόσμο τα τελευταία χρόνια.

«Εσύ τι ακούς;» τον ρώτησε.

«Τίποτα. Τίποτα απολύτως».

Συνέχισαν την πορεία τους στο δάσος αντιμετωπίζοντας ανά τακτά χρονικά διαστήματα Νυχτοπερπατητές διαφόρων μορφών που δοκίμαζαν την υπομονή και την αντοχή τους. Μετά από αρκετά λεπτά έφτασαν σε ένα απόμερο ξέφωτο, γεμάτο με διάσπαρτα ερείπια από εποχές ξεχασμένες. Ο Έρεν πλησίασε τη μικρή λίμνη που δέσποζε στο κέντρο του και ακούμπησε με το δεξί του αντίχειρα τα ήρεμο νερό της. Αυτό αναταράχθηκε προσωρινά πριν ηρεμήσει και επανέλθει στην πρότερη κατάστασή του λίγα δευτερόλεπτα αργότερα.

«Είμαστε κοντά» δήλωσε.

Η Ιλέιν παρέμενε σιωπηλή για πολλή ώρα. Το μυαλό ήταν έτοιμο να σπάσει. Απ’ όταν είχαν εισέλθει στο δάσος είχε τις επιφυλάξεις τις, αλλά πλέον ήταν σίγουρη. Τράβηξε το ξίφος της και το έτεινε προς τη σπονδυλική στήλη του Έρεν που βρισκόταν εμπρός της γονατιστός στη λίμνη.

«Δεν νομίζεις πως είναι αρκετά ως εδώ;» ρώτησε με το θυμό να διαγράφεται στα μάτια της.

«Πως με κατάλαβες; Τελικά, ίσως να υποτίμησα την Ιλέιν, των Ελεύθερων Ανθρώπων».

«Μπορεί να πήρες τη μορφή του, αλλά ποτέ δεν κατάφερες να γίνεις σαν αυτόν. Ένας ήρωας της επανάστασης ποτέ δε θα δίσταζε να μιλήσει για τους φόβους του παρελθόντος του. Επίσης, η μαγεία του Έρεν δε λειτουργεί έτσι. Είναι κάτι ανώτερο. Ασύλληπτο για σένα. Ό, τι κι αν είσαι εσύ τέλος πάντων. Μπορεί να κατάφερες να μοιάζεις με αυτόν, αλλά ποτέ δε θα μπορούσες να αντιγράψεις το μεγαλείο ενός άνδρα σαν τον Έρεν».

Η μορφή του άλλαξε μονομιάς. Τον έλουσε ένα πέπλο σκοταδιού, η ενέργεια του οποίου πέταξε προς τα πίσω την Ιλέιν και την έστειλε προς τα γειτονικά ερείπια. Παρατήρησε το πρόσωπό του. Τα χαρακτηριστικά του άρχισαν να παραμορφώνονται. Το ελαφρώς σταρένιο δέρμα του Έρεν έδωσε τη θέση του σε ένα πάλλευκο, κρύο προσωπείο, τα γαλάζια μάτια του εξαφανίστηκαν προτού αντικατασταθούν από δύο μαύρους φιδίσιους βόλους, ενώ το ελαφρώς κυματιστό καστανό μαλλί του μάκρυνε απότομα, φτάνοντας κάτω από τη μέση.  Ο άνδρας που εμφανίστηκε εμπρός της  ήταν ψηλός και φορούσε πανοπλία με μια λευκογάλαζη κάπα. Τα χρώματα της επανάστασης. Το χειρότερο, όμως, ήταν πως το πρόσωπό του ήταν γνώριμο και οικείο.

«Άντον; Δεν μπορεί να είσαι εσύ; Δεν είναι δυνατόν! Είσαι νεκρός!» αναφώνησε η Ιλέιν.

«Το όνομα μου δεν ήταν ποτέ Άντον και δεν πέθανα ποτέ στρατηγέ» απάντησε ο άνδρας. «Αλήθεια κλάψατε πολύ το χαμό μου; Κλάψατε και για τα υπόλοιπα αδύναμα ανθρωπάρια της αποστολής;»

Το χαιρέκακο γέλιο του διακόπηκε απότομα από την Ιλέιν. Η επαναστάτρια έβραζε από θυμό, σε σημείο που φανταζόταν ήδη να ξεκοιλιάζει το ανδρείκελο που είχε μπροστά της. Όμως, έπρεπε να μάθει κι άλλα. 

«Εσύ έστειλες τους Νυχτοπερπατητές στον καταυλισμό; Από πότε ξέρεις να χρησιμοποιείς τέτοια ξόρκια επίκλησης; Πως πέρασες τη φρουρά;»

Ο Άντον την πλησίασε φτάνοντας σε απόσταση αναπνοής. «Ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημα με εσάς τους επαναστάτες Ιλέιν; Ότι δεν αντιλαμβάνεστε τα πράγματα που βρίσκονται κάτω από τη μύτη σας. Είστε τόσο αφοσιωμένοι στον ιερό σας σκοπό που ξεχνάτε να ελέγξετε αν ο διπλανός σας είναι άξιος εμπιστοσύνης. Ακόμα και εσύ. Το λαμπρό αστέρι της επανάστασης, η απελευθερώτρια του νότου, δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τι είναι αλήθεια και τι όχι!»

«Αρκετά!» Η Ιλέιν τράβηξε το ξίφος της από το θηκάρι. Άμεσα, ο Άντον τραβήχτηκε προς τα πίσω και έστειλε εναντίον της μια σωρεία σκιών, οι οποίες μετατράπηκαν σε πλάσματα της νύχτας λίγο πριν συναντήσουν το ατσάλι της Ιλέιν. Η νεαρή στρατηγός άρχισε να ξεκοιλιάζει ένα ένα τα βδελύγματα που βάλλονταν εναντίον της, όμως οι εχθροί της υπερείχαν αριθμητικά, σε τέτοιο βαθμό που άρχισε να χάνει την αναπνοή και το βηματισμό της. Μέσα στην απελπισία της, είδε ένα φως το οποίο προσγειώθηκε σαν πεφταστέρι στο ξέφωτο. Από το πέπλο φωτός αναδύθηκε ο Έρεν, ο οποίος με ένα ξόρκι φωτιάς απομάκρυνε τα τέρατα από κοντά τους.

«Έρεν, είσαι καλά;» Ο Έρεν ήταν ματωμένος και καταϊδρωμένος. Η Ιλέιν, βέβαια, τον είχε δει και σε πολύ χειρότερες καταστάσεις.

«Ξέρω τι συνέβη. Τα είδα όλα και έφτασα όσο πιο γρήγορα μπορώ. Η μαγεία του είναι αρκετά ισχυρή, ακόμα και για μένα».   

«Μπορείς να αναλάβεις τα κατοικίδια του; Θέλω να αντιμετωπίσω προσωπικά τον προδότη».

Ο Έρεν έγνεψε καταφατικά. Σήκωσε το δόρυ του στον αέρα και με μια κίνηση έκανε όλα τα μαγικά πλάσματα να στραφούν εναντίον του. Με μια δεύτερη ανάστροφη κίνηση δημιούργησε έναν κύκλο φωτιάς γύρω από τον εαυτό του και τα βδελύγματα. Εκεί μέσα ήταν στο έλεος του. Το δόρυ του έλαμψε καθώς ο συνδυασμός μαγείας και πολεμικών ικανοτήτων άρχιζε να εξολοθρεύει ένα ένα τα πλάσματα του σκότους.

Τώρα ήταν οι δυο τους. Η στρατηγός και ο πρώην συμβουλάτοράς της. Η Ιλέιν πλησίασε και επιτέθηκε πρώτη. Αρχικά με ένα απότομο κάθετο κόψιμο, το οποίο ο αντίπαλός της απέκρουσε αποτελεσματικά και στη συνέχεια με πολλά ευθεία χτυπήματα με τη μύτη του ξίφους. Ο εχθρός της κατάφερε να τα αποφύγει και επιτέθηκε και ο ίδιος χρησιμοποιώντας τη μεγαλύτερη μυϊκή του δύναμη. Αλλά εις μάτην. Η Ιλέιν κατάφερε πρώτα να αντικρούσει το δυνατό ψηλό κόψιμο του και έπειτα κινήθηκε γύρω του σαν χορεύτρια στον πιο μελωδικό χορό. Τώρα, ήταν πλάτη με πλάτη και εδώ είχε το πλεονέκτημα. Τον κλότσησε πρώτα στη γάμπα και έπειτα με ένα απότομο γύρισμα στο μηρό, κάνοντας τον να σκύψει και να αφήσει εκτεθειμένο μακριά από το σώμα του το σπαθί του. Με ένα άμεσο χτύπημα το απομάκρυνε από το χέρι του και τον αφόπλισε. Ταυτόχρονα, καθώς ο Άντον έπεφτε γονατιστός μπροστά από την Ιλέιν, ο Έρεν έβγαινε νικητής από τις φωτιές.

«Μονό αυτό ήταν; Τελειώσαμε;» ρώτησε η Ιλέιν.

Το χαιρέκακο γέλιο του Άντον έδωσε την απάντηση στην νεαρή. Ο άνδρας έπιασε το ξίφος της και το τράβηξε στα σπλάχνα του. Το αίμα του έλουσε το ξίφος της Ιλέιν, όμως μέσα από την πληγή μαζί με το αίμα άρχισε να αναβλύζει και σκοτάδι, της καθαρότερης και πιο επικίνδυνης μορφής. Το σκότος γέμισε το χώρο γύρω από την Ιλέιν και σε κάθε πέρασμα δίπλα της άρχισε να την πληγώνει. Να την τραυματίζει σαν μαχαιριές στα χέρια, στα πόδια, και στο σώμα. Άρχισε να χάνει τις αισθήσεις της μέχρι που το φως έλουσε ξανά την κοιλάδα. Ο Έρεν κάρφωσε το λαμπερό δόρυ του στη βάση της σκότους, δημιουργώντας παράλληλα ένα μαγευτικό δίπολο φωτός και σκοταδιού. Δυο δυνάμεις που μαινόταν σε μια καλαίσθητη μάχη σαν φίδια που παλεύουν για κυριαρχία.

 Η εντυπωσιακή αυτή σύγκρουση έληξε ξαφνικά με έναν κρότο που εξαπέλυσε κύματα ανέμου σε όλο το δάσος. Η Ιλέιν, ζαλισμένη ακόμα από τη μάχη και την έκρηξη, κοίταξε δεξιά και αριστερά. Κανείς δεν υπήρχε στο χώρο. Είχε μείνει πια μόνη ανάμεσα από τα ερείπια και το μικρό λημνίσκο προσπαθώντας να αντιληφθεί τι συνέβη. Ο Έρεν δεν ήταν δίπλα της, όμως τον ένιωθε εκεί. Ήξερε πως δεν ήταν νεκρός και δεν άργησε να αντιληφθεί την κατάσταση. Ο Έρεν δεν ήταν εκεί, αλλά συνέχιζε τη μάχη του σε μια άλλη διάσταση. Μια διάσταση όπου μόνο μάγοι μπορούν να εισέλθουν. Η σύντομη επαφή της με τη μαγεία της έδωσε σιγουριά για αυτή της τη σκέψη. Ο Έρεν την έσωσε και επέλεξε να πολεμήσει μόνος του το σκοτάδι, δίνοντας της την ευκαιρία στην ίδια να πολεμήσει για την ελευθερία του κόσμου με την ανατολή του ήλιου. Δεν το ήξεραν ακόμη, αλλά αυτή η απόφαση θα ήταν και εκείνη που θα έκρινε το μέλλον αυτού του κόσμου…

 

Το παραπάνω διήγημα αποτελεί ένα κομμένο κομμάτι από την επερχόμενη τριλογία φαντασίας που γράφω τον τελευταίο καιρό. Ακόμα κι αν δεν περιλαμβάνει στοιχεία της πλοκής, αποτελεί μία πρώτη γνωριμία με τους κεντρικούς ήρωες της ιστορίας, το πρώτο μέρος της οποίας ελπίζω να κυκλοφορήσει μέσα στο 2020. 

Καλή Χρονιά σε όλους και σε όλες!

Cover art by HetNoodlot
Source: //www.deviantart.com/hetnoodlot/art/Long-night-373138819

 

 

Comments

comments