Διηγήματα, Οι Μύθοι της Ιόλια, Τα Χρονικά του Βάρδου

Ο Βασιλιάς (Τα Χρονικά του Βάρδου #13)

Συνάντησα το γιο μου έξω από τη μεγάλη πύλη της Ιλούμιναρ. Τον έσφιξα στην αγκαλιά μου και αυτόν και τους συντρόφους του, τους οποίους θεωρούσα και δικά μου παιδιά. Γνώρισα και το Ρεμύ, αυτόν τον συμπαθέστατο και πανέξυπνο νεαρό που, αν και η χώρα του μας πλήγωσε πολύ, λίγα λεπτά μαζί του με έκαναν να σκεφτώ πως όλοι οι άνθρωποι στον κόσμο είμαστε ίδιοι. Ο Θον έμοιαζε αλλαγμένος και πιο σοβαρός από ποτέ. Μου φάνηκε παράξενο στην αρχή, αφού ήδη ήταν σκληρός και κρύος σαν πέτρα, αλλά πλέον το βλέμμα του είχε αλλάξει. Γνώρισε τον σκοπό του σε αυτό το ταξίδι και φάνηκε να έρχεται πιο κοντά σε εκείνο το όραμα που μου διηγήθηκε πριν από καιρό.
                Καθώς διαβήκαμε την πύλη, αφού πρώτα συμφωνήσαμε να μην αποκαλύψουμε την καταγωγή του Ρεμύ σε κανέναν, και εισήλθαμε στην Ιλούμιναρ, είπα σε όλους για τη σφαγή της Τινέθιελ. Η Αυτοκρατορία εισέβαλλε ένα πρωινό και σκότωσε γυναίκες, παιδιά και άοπλους. Χάσαμε πολλούς εκείνη τη μέρα και, μη έχοντας που αλλού να πάμε, φθάσαμε στην Ιλούμιναρ. Οι Ίβριλ ζήτησαν την προστασία του Βασιλιά Ζέμεκυς, στο όνομα του Ρόμπερτ του Πρώτου, ενώ όλοι οι δραπέτες του Βόργκαστ ζητήσαμε το έλεος του. Τελικά, μας δέχθηκαν με ανοιχτές αγκάλες. Μαζί με τον Αν Ταμπά, ξεκινήσαμε να εργαζόμαστε στο Παλάτι της Φωτιάς, εγώ ως βάρδος και ο γερο-Ίβριλ ως συμβουλάτορας του μάντη.
                Τα παιδιά φάνηκαν έκπληκτοι από όλα αυτά που συνέβησαν, αλλά ταυτόχρονα έμοιαζαν εκθαμβωμένοι από την ομορφιά της Ιλούμιναρ. Αυτή η πόλη ήταν πραγματικά το κάτι άλλο! Λευκό μάρμαρο έντυνε τα σπίτια, τα αρχοντικά και τους πύργους της, ενώ κήποι γεμάτοι πράσινο, δέντρα και λουλούδια υπήρχαν παντού στην πόλη. Ψηλά κτήρια, με έντονη αρχιτεκτονική και υπέροχα αγάλματα στις κεντρικές πλατείες, έκαναν την πόλη να μοιάζει ουτοπική. Γιατί εδώ ήταν το κέντρο του κόσμου. Η Ιλούμιναρ ήταν η μεγαλύτερη και η σημαντικότερη πόλη της Νενάτ, αλλά και όλης της Ιόλια. Κάθε μέρα πνιγόταν στον κόσμο, αφού μαζί με το Βόργκαστ, ήταν τα δύο κέντρα εμπορίου της Ιόλια και από εδώ περνούσαν χιλιάδες και έμποροι και πωλητές. Το πιο εντυπωσιακό με αυτή την πόλη ήταν η, σχεδόν καθολική, απουσία σκλαβοπάζαρων. Στη μεγαλύτερη πόλη του κόσμου δεν υπήρχαν σκλάβοι, αφού το απαγόρευε ο νόμος του Ιακώβου του Τρίτου, εγγονού του Ρόμπερτ του Πρώτου.
                «Θον, πρέπει να μιλήσουμε», είπα στο γιο μου, «και φυσικά θέλω να ακούσετε όλοι αυτά που θα σας πω».
                «Μίλα πατέρα, τι συμβαίνει;»
                «Λοιπόν, δεν είναι τυχαίο που σας βρήκα άμεσα έξω από τα τείχη της πόλης. Ο Βασιλιάς Ζέμεκυς γνωρίζει για την παρουσία σας εδώ και μου είπε να φέρω τον Θον στο Παλάτι. Αναφέρει, πως έχετε πολλά να πείτε οι δυο σας και πιστεύω πως έχει να κάνει με τον κρύσταλλο».
                «Που ξέρει ο Βασιλιάς για τον κρύσταλλο;» ρώτησε απορημένη η Νόρμα.
                «Ο πατέρας σου, κορίτσι μου, μου είπε πως πριν δύο μέρες έφθασε κοράκι από τον Κόμη Βοργκ του Βάμπουργκ, που ανέφερε πως ο κρύσταλλος του πεπρωμένου έρχεται στην Ιλούμιναρ, στα χέρια ενός άνδρα που λέγεται Θον. Εμπιστεύομαι τον Βασιλιά Ζέμεκυς και του είπα ποιος είσαι, όχι βέβαια με όλες τις λεπτομέρειες που γνωρίζω, αλλά φάνηκε να κατέχει τους μύθους πολύ καλύτερα από εμένα. Πρέπει να τον συναντήσεις Θον!»
                «Πατέρα, είναι μεγάλη ανάγκη να φθάσω όσο πιο γρήγορα γίνεται στην Τινέθιελ. Δεν έχω χρόνο να μπλέκω σε παιχνίδια βασιλέων. Εδώ κρίνεται το μέλλον του κόσμου και…»

                Τον έκοψα πριν μπορέσει να συνεχίσει. 
                «Και πως νομίζεις πως μπορείς να πας στην Τινέθιελ; Η Αυτοκρατορία του Νότου ελέγχει όλη την περιοχή και είναι θέμα χρόνου να χτυπήσουν και την πόρτα της Ιλούμιναρ. Δεν έχεις επιλογές εδώ, γιε μου».
                Το σκέφτηκε για λίγο, έπαιξε άλλη μια φορά με τον κρύσταλλο στα χέρια του και τελικά αποφάσισε να δεχθεί την πρόσκληση του Βασιλιά. Μαζί προχωρήσαμε κάποια στενά ακόμα, αφήνοντας τους άλλους στο νέο σπίτι του Γκρέγκορ, όπου είχαν μαζευτεί φίλοι από την Τινέθιελ να τους υποδεχτούν. Τα απότομα σοκάκια της γειτονιάς του Γκρέγκορ οδηγούσαν, έπειτα από πολλές στροφές, στη μεγαλύτερη πλατεία της Νενάτ και το πρόσωπο του Θον έμοιαζε να λάμπει από την ομορφιά της. Τόσο όμορφη ήταν η Πλατεία της Φωτιάς. Στο κέντρο της, το άγαλμα του Ρόμπερτ του Πρώτου, του βασιλιά που ένωσε τους ανθρώπους και τα ξωτικά, δέσποζε περήφανο. Ο Πρώην Βασιλιάς έμοιαζε καθισμένος σε ένα βράχο, καθώς φημιζόταν πως είχε μείνει ανάπηρος όταν έσωσε από βέβαιο θάνατο τη ξωτικό-βασίλισσα Βαλάριεν. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε καρφωμένο στο έδαφος το σπαθί του, ενώ στο δεξί έναν πυρσό του οποίου η φωτιά φαινόταν από κάθε σημείο της Ιλούμιναρ και έκαιγε μέρα νύχτα.  Ακριβώς πίσω από το άγαλμα έστεκε περήφανο το Παλάτι της Φωτιάς, με τους ψηλούς λευκούς κίονες του να προκαλούν δέος και ανατριχίλα και μια δεύτερη φωτιά να καίει αιώνια στην κορυφή του. Περάσαμε ανάμεσα από τους κίονες και μπήκαμε στην κεντρική αίθουσα του παλατιού. Μετά από ελάχιστη αναμονή οδηγηθήκαμε στην Αίθουσα του Θρόνου, έναν τεράστιο ορθογώνιο χώρο, γεμάτο πίνακες στους τοίχους και με λευκορόδινες κουρτίνες να κοσμούν τα παράθυρά του. Στο τέλος της Αίθουσας ο Λευκός Θρόνος του Βασιλιά ορθωνόταν περήφανα πάνω από αρκετά σκαλοπάτια, αγναντεύοντας την Πλατεία από το διπλανό τεράστιο παράθυρο.
                «Θον, έλα κοντά μου» ακούστηκε με τραχιά φωνή ο Βασιλιάς Ζέμεκυς από την κορυφή του θρόνου.
                «Βασιλιά Ζέμεκυς, είναι τιμή μου που με καλείται εδώ. Τι θα θέλατε από εμένα;» 
Ρωτώντας το αυτό, σήκωσε το κεφάλι και αντιλήφθηκε την τεράστια απόσταση που είχε ο θρόνος από το έδαφος. Εκεί ψηλά ο Βασιλιάς Ζέμεκυς, ένας λεπτός, ντυμένος στα λευκά και πορφυρά άνδρας τον κοιτούσε ανέκφραστα.
                «Το ποιος έχει την τιμή να συναντά ποιον θα το κρίνουμε στο τέλος της κουβέντας μας νεαρέ. Πες μου, συνάντησες τον Δρυΐδη;»
                «Ναι», απάντησε διστακτικά ο Θον. «Εκπλήσσομαι που πιστεύετε στην ιστορία του Δρυΐδη», ο Βασιλιάς είχε πλέον κατέβει τις σκάλες και ήταν απέναντι του.
                «Δεν μπορώ να μην πιστεύω την ιστορία του λαού μου. Η Κενή Εποχή έφερε πολλούς μύθους στην επιφάνεια και η αλήθεια είναι πως πολλοί είναι κάλπικοι, ψεύτικοι. Όχι όμως ο Δρυΐδης, ούτε και εσύ».
                «Εγώ; Νόμιζα πως μιλάμε για μύθους Βασιλιά μου».
                «Μα φυσικά!», ο Ζέμεκυς χαμογελούσε διάπλατα. «Έλα μαζί μου».
                Τον οδήγησε σε μια αίθουσα πίσω από το θρόνο που έμοιαζε με θησαυροφυλάκιο. Προχώρησαν μέχρι το αντίπερα βάθος της και στάθηκαν μπροστά από έναν πίνακα που γέμιζε ολόκληρο τον τοίχο.
                «Τι βλέπεις εδώ νεαρέ;»
                «Μάχες, δράκους, μια λίμνη και…» κοίταξε λίγο καλύτερα τον πίνακα. Στη κέντρο του στεκόταν ένας πολεμιστής λουσμένος στο αίμα. Κρατούσε στα χέρια του έναν γαλάζιο κρύσταλλο και φώναζε λες και έβγαζε την πιο ανατριχιαστική κραυγή μάχης. «Ποιος είναι αυτός;»
                «Αν το κουτό μου το μυαλό τα συνδυάζει καλά και δεν έχει τα έχει χάσει λόγω ηλικίας, αυτός είσαι Θον. Ο συγκεκριμένος πίνακας βρίσκεται εδώ από την εποχή του Ρόμπερτ του Πρώτου και όλα τα σημάδια τείνουν προς σε αυτό. Θον, εσύ είσαι ο εκλεκτός που θα καταστρέψει το σκοτάδι και είμαι σίγουρος πως η Αυτοκρατορία του Νότου είναι αυτό το σκοτάδι ενάντια στο οποίο πρέπει να παλέψεις!»
                «Αν θέλετε τη γνώμη μου, Βασιλιά μου, και ο Δούκας Βοργκ θα μπορούσε άνετα να αποτελεί αυτό  το υποτιθέμενο σκοτάδι».
                «Α! Ο Δούκας δεν είναι παρά ένα πιόνι και γνωρίζω, πως αν και το παίζει σύμμαχος τον τελευταίο καιρό, δεν παύει να είναι πονηρός και ύπουλος. Αλλά κατά τα άλλα είναι ακίνδυνος. Εδώ μιλάμε για το πραγματικό κακό. Οι κατάσκοποί μου αναφέρουν πως είδαν μια γυναίκα, ψηλή και μαυρομάλλα να βρίσκεται στην κατεκτημένη Τινέθιελ. Μήπως γνωρίζεις ποια μπορεί να είναι; Μήπως σου είπε ο Δρυΐδης;»
                «Δυστυχώς δεν μπορώ να σας βοηθήσω».
                «Μπορείς όμως να πολεμήσεις για εμένα. Κοίταξε Θον. Είμαι ένας άνθρωπος που πιστεύει στο πεπρωμένο και στη μοίρα. Αν κάτι από όλα αυτά που περιτριγυρίζουν εσένα και αυτόν τον κρύσταλλο είναι αλήθεια, οφείλεις να είσαι εκεί έξω και να πολεμάς για το δίκαιο. Για αυτό σου προτείνω να γίνεις μέλος της Λευκής Φρουράς, του προσωπικού μου στρατού, που θα ηγηθεί τον πόλεμο έναντι στην Αυτοκρατορία του Νότου. Εννοείται πως μπορείς να φέρεις μαζί σου και τους δικούς σου έμπιστους πολεμιστές. Τι λες, θα το κάνεις;»
                «Θα το σκεφτώ, το μόνο σίγουρο. Νιώθω μεγάλη τιμή που με σκέφτεστε και σας υπόσχομαι πως θα σας απαντήσω σύντομα. Πρέπει να φύγω τώρα».
                «Θα περιμένω, Θον της Τινέθιελ! Θα περιμένω!»

Γυρίσαμε στο σπίτι του Γκρέγκορ και, πριν προλάβουμε να μιλήσουμε με τους υπολοίπους, είχαμε την πιο ευχάριστη και απρόσμενη έκπληξη που μπορεί να περιμένει κανείς. Με ένα μεγάλο χαμόγελο, η Νόρμα ανακοίνωσε στο Θον και σε όλους μας πως περιμένει το παιδί του, καθώς η γυναίκα του Γκρέγκορ, η Χέλγκα, μαμή και νοσοκόμα, εξέτασε τους έντονους κοιλιακούς πόνους που παρουσίαζε τελευταία. Γέλια, χαρές, επευφημίες και πειράγματα γέμισαν το σπίτι.

 Ήταν ημέρα χαράς.

Τα Χρονικά του Βάρδου #13

Comments

comments

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.