Διηγήματα, Οι Μύθοι της Ιόλια, Τα Χρονικά του Βάρδου

Αποφάσεις (Τα Χρονικά του Βάρδου #6)

Ο Αν Ταμπά κρατούσε προσεκτικά και με στοργή τον κρύσταλλο στα χέρια του. Τον ψηλαφούσε και τον πίεζε ελαφρά, ακουμπούσε με το δείκτη του χεριού τις γωνίες του και τον μετέφερε με πατρική στοργή από τη μία του παλάμη στην άλλη. Τελικά, τον άφησε να ξεκουραστεί πάνω σε ένα πορφυρό ύφασμα, το οποίο αποτελούσε οικογενειακό κειμήλιο και άνηκε στον πρώτο Μάγιστρο των Ίβριλ. Έπειτα απευθύνθηκε με τρεμάμενη, από δέος και όχι από φόβο, φωνή προς τη συγκέντρωση των Ίβριλ.
                «Πολλοί αναρωτιέστε για αυτό που συνέβη. Βλέπετε απλά μια όμορφη πέτρα, ένα ωραίο στολίδι της λίμνης, αλλά ο κρύσταλλος αυτός είναι κάτι παραπάνω. Όλη μας τη ζωή, από γενιά σε γενιά, προσπαθούμε να διαφυλάξουμε τις παραδόσεις και τους μύθους του παρελθόντος. Και τώρα που αυτοί οι μύθοι τείνουν να γίνουν πραγματικότητα, βλέπω από εσάς  πρόσωπα άγνοιας και απόρριψης. Αφήσαμε το σπίτι μας και τη γη μας κυνηγώντας το μοναδικό πράγμα που μας απέμεινε. Τις Γραφές. Σας παροτρύνω να τις ανοίξετε και να ανατρέξετε στην Προφητεία του Διωγμού. “Όταν δε θα υπάρχει πλέον σπίτι, τα Παιδιά της Κοιλάδας, θα αναζητήσουν ένα νέο στο Βορρά. Όμως νέο δε θα είναι, γιατί υπάρχει εκεί για πολλές γενιές, από την αρχή του κόσμου. Πέρα από τα βουνά, το πεπρωμένο καραδοκεί και περιμένει τον ερχομό τους. Το γαλάζιο του ουρανού και του νερού θα δείξει το δρόμο για το Δρυΐδη.” Θέλω να ακούσω τις γνώμες όλων. Το ταξίδι πρέπει να ξεκινήσει άμεσα».
                «Ούτως ή άλλως, δεν μπορούμε να καθίσουμε άλλο εδώ. Η περιοχή σε λίγο θα γίνει εμπόλεμη ζώνη, καθώς η Ντανέρια και η Νενάτ θα συγκρουστούν. Ακόμα και αν είναι τρέλα, ο Βορράς είναι η μόνη επιλογή μας. Αλλά πέρα από τα Βουνά;» αποκρίθηκε ένας μεγαλόσωμος νεαρός, που κρατούσε σφιχτά στο χέρι του ένα σκαλισμένο και σφυρηλατημένο από τον ίδιο τσεκούρι.
                «Ίσως πρέπει να πάμε στο Βάμπουργκ. Τα ορυχεία του είναι πλούσια και οι δουλειές πολλές. Πιθανώς να έχουμε μέλλον εκεί» δήλωσε ένας μεσήλικας λεπτός άνδρας.
                «Ναι μέλλον ως σκλάβοι».
                «Ή ως νεκροί, ποτέ δεν ξέρεις».
                «Εγώ πιστεύω ότι πρέπει να περάσουμε τα Βουνά του Χάους!»
                Η δήλωση της Νόρμα κέντρισε την προσοχή όλων. Κάποιοι γέλασαν και κάποιοι αντέδρασαν έντονα.
                «Αυτό είναι τρέλα! Εγώ δε θα πεθάνω για τα παραμυθάκια! Τέλος! Αυτός εδώ είναι ο κανονικός κόσμος. Και σε αυτόν τον κόσμο είμαστε όλοι νεκροί αν δεν γίνουμε ρεαλιστές» γαύγισε ένας μεσόκοπος γέρος, που το στριφνό μουστάκι του είχε γεμίσει από σάλια και οργή.
                Η λεκτική διαμάχη συνεχίστηκε για αρκετή ώρα. Οι λίγοι από εμάς που παρατηρούσαμε τη συνέλευση των Ίβριλ, αντικρίζαμε έκπληκτοι τις αντιμαχόμενες πλευρές. Και οι δύο είχαν επιχειρήματα, αλλά οι υποστηρικτές των Γραφών υστερούσαν αντικειμενικά σε αυτό. Ήθελε πίστη, ίσως παράνοια για μερικούς, να ακολουθήσουν αυτό το δρόμο. Σε όλη τη διάρκεια της συνέλευσης παρατηρούσα συνεχώς το γιο μου. Περίμενε ήσυχος. Ήθελε να μιλήσει πολύ και αυτό ήταν πασιφανές, αλλά περίμενε την ώρα του. Τα μάτια του γυάλιζαν καθώς βγήκε μπροστά και πήρε το λόγο λίγες στιγμές αργότερα, με τη Νόρμα δίπλα του σίγουρη, σα να ήξερε το λόγο της αποφασιστικότητάς του.
                «Αγαπητοί μου φίλοι. Αν Ταμπά. Αναγνωρίζω τη σοφία σου και τη γνώση σου στις Γραφές αλλά ξεχνάς ένα σημαντικό θέμα. Ο κρύσταλλος αυτός ήρθε σε μένα. Με κάλεσε».
                 «Μπούρδες» τη δήλωση του γέρου ακολούθησε το παγερό και κάθετο βλέμμα του Θον, που τον απέτρεψε να ανοίξει το στόμα του ξανά.
                «Και συνεχίζω» δήλωσε με ηρεμία. «Η Νόρμα σας εξήγησε πως έχασα τα λογικά μου. Για λίγο έμοιαζε λες και δεν υπήρχα σε αυτόν τον κόσμο και το μόνο που μπορούσα να αντικρύσω ήταν το σχήμα του σώματος και της φωνής που μιλούσε απευθείας στο μυαλό μου. Με καλούσε κοντά της, έπεσα στο νερό και βρήκα αυτή την πέτρα. Νομίζω πως δικαιωματικά μου ανήκει».
                «Φυσικά και σου ανήκει νεαρέ μου» απάντησε ο Αν Ταμπά. «Το περίεργο με τις προφητείες είναι οι πολλές ερμηνείες τους. Αν και στις Γραφές δεν αναφέρει ξεκάθαρα τον κρύσταλλο, πιστεύω πως εσύ και αυτός είστε με κάποιον τρόπο άμεσα συνδεδεμένοι. Η μαγεία λειτούργει με παράξενους τρόπους πολλές φορές».
                «Μαγεία; Μα η μαγεία έχει χαθεί από αυτόν τον κόσμο εδώ και αιώνες!» οι αντιδράσεις του κόσμου ήταν πλέον εντονότερες από ποτέ.
                «Θον, γιε μου» ο Αν Ταμπά πλέον του μιλούσε πολύ οικεία, λες και τον γνώριζε όλη του τη ζωή. «Η γη θυμάται. Πάντα θυμόταν. Από τα λίγα που μπορεί να αντιληφθεί το ξερό μου το κεφάλι διαβάζοντας τα αρχαία κείμενα, είναι πως η μαγεία δεν ήταν δύναμη των ανθρώπων, ούτε των ξωτικών, ούτε κανενός. Ήταν, είναι και θα είναι μια δύναμη της Ιόλια, της γης στην οποία πατάμε. Και είχε μείνει για πολύ καιρό κοιμισμένη».
                Μετά τα λόγια του αρχηγού τους οι περισσότεροι σιώπησαν. Ο Θον έμεινε και αυτός αμίλητος και επεξεργαζόταν όλα αυτά που άκουσε. Πλησίασα το γιο μου τη στιγμή που ήταν έτοιμος να πάρει τη μεγαλύτερη απόφαση της ζωής του.
                «Πατέρα» μου ψιθύρισε στο αυτί. «Θέλω να τους προσέχεις όλους και να έχεις από κοντά τον Αν Ταμπά. Είναι άξιος αρχηγός και μπορεί να σου μάθει πολλά πράγματα για αυτό τον κόσμο»
                «Και εσύ;»
                «Εμένα το μέλλον μου καθώς φαίνεται είναι άλλο. Αν Ταμπά! Κατανοώ πλήρως όλα αυτά που αναφέρεις και πήρα μια απόφαση. Θα ακολουθήσω το δρόμο του κρυστάλλου, μέχρι το τέλος του κόσμου. Και αν εκεί βρίσκεται ο Δρυΐδης των Γραφών σας, θα τον συναντήσω και θα του μιλήσω για τον Αν Ταμπά και τους Ίβριλ που τον χρειάζονται. Εμένα διάλεξε, εγώ πρέπει να το κάνω».
                «Όμως κάποιος Ίβριλ πρέπει να είναι μαζί σου» απάντησε η Νόρμα. «Θα περάσουμε μαζί τα Βουνά του Χάους και θα μάθουμε την αλήθεια. Συμφωνείς πατέρα;»
                «Μόνο υπό έναν όρο»
                Το βλέμμα του γέρου πλέον βάρυνε και τα μουρμουρητά σώπασαν. Έφτασε η ώρα που ο μεγαλύτερος πολεμιστής της φυλής τους εισήλθε στην κουβέντα. «Σήκω Σαράχι!» συνέχισε. «Θα συνοδεύσεις την αδερφή σου και τον ξένο σε αυτό το ταξίδι πεπρωμένου που θα ξεκινήσουν;»
                Το μυστήριο με τον Σαράχι ήταν η παρουσία του στο χώρο. Ήταν ένας λεπτός νέος, με όμορφα σμιλεμένο κορμί και θεληματικό πηγούνι. Φαλακρός και πάντα συνοδευόμενος από τον, υπερβολικά μεγαλόσωμο, σκύλο που λεγόταν Κουτ. Ένας από τους λίγους Ίβριλ μαχητές. Στις περισσότερες συνελεύσεις και συγκεντρώσεις καθόταν μαζί με τον σκύλο και το μακρύ δόρυ του περίπου στο κέντρο, μαζί με το λαό του. Όμως κανείς δεν τον κοιτούσε. Το βλέμμα του ήταν σκληρό και σταθερό και όταν τον αντίκριζες σε κοίταγε στα μάτια, σε μετρούσε. Έμοιαζε λες και πίστευε πως κάθε φορά ήταν ο πιο έξυπνος και ο πιο δυνατός άνδρας στο χώρο. Έτσι και τώρα, σιωπηλά, χαϊδεύοντας το λευκό παχύ τρίχωμα του Κουτ, απάντησε μονολεκτικά.
                «Φυσικά, χαρά μου». Δεν έπεισε κανένα πως χαιρόταν για αυτό.
                «Ταξίδι χωρίς εμένα δεν είναι όμως ταξίδι!» πετάχτηκε ο Νέντος, ο οποίος στεκόταν ακριβώς πίσω μου. «Δε θα σας αφήσω πιτσουνάκια μόνους σας, μαζί με το παιδί με το λύκο. Πότε ξεκινάμε;»
                Κανείς δε φάνηκε να παίρνει στα σοβαρά τον Νέντος, εκτός από τον Θον, που γνώριζε πως μόλις απέκτησε τον δυνατότερο σύμμαχο που θα μπορούσε να ευχηθεί στους Παλιούς και στους Νέους Θεούς.
                «Έκλεισε λοιπόν. Θον της Τινέθιελ, Νόρμα και Σαράχι των Ίβριλ και Νέντος της Βανέρια, το ταξίδι σας ξεκινά αύριο με το ξημέρωμα».

Το πρωί τους αποχαιρετίσαμε. Ο Θον έμοιαζε χαρούμενος και γεμάτος με ελπίδα. Δεν μπορούσα όμως να φανταστώ πως θα ήταν την επόμενη φορά που θα τον αντίκριζα.

Το ταξίδι του Θον του Απελευθερωτή μόλις ξεκίνησε.

Τα Χρονικά του Βάρδου #6

Comments

comments

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.